περί μηχανόβιων

Συζήτηση από το περιοδικό «το Τέταρτο», του Μάνου Χατζηδάκι, τον Φεβρούαριο του 1986.

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ: «ΠΕΡΙ ΜΗΧΑΝΟΒΙΩΝ»
Περιοδικό «Το Τέταρτο» – Φεβρουάριος 1986

Στη συζήτηση συμμετείχαν ο Δημήτρης Παπανδρέου, για πολλά χρόνια πρωταθλητής Ελλάδας στη μοτοσικλέτα και με συμμετοχές σε διεθνείς αγώνες, εκδότης του περιοδικού Μότορ Σπορτ, ο Διονύσης Χοϊδάς, δημοσιογράφος, ειδικός σε θέματα μοτοσικλέτας, η Μάγδα Τορναζάκη, τεχνικός ηλεκτρολόγος μηχανικός και ο Αχιλλέας Φακατσέλης, δημοσιογράφος. Από το Τέταρτο συμμετείχαν ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Γιώργος Κοροπούλης και ο Γιώργος Μπράμος.

ΜΧ: Μηχανόβιους λέμε αυτούς που κάνουν σούζες, αυτούς που τρέχουν, αυτούς που κλέβουν τσάντες κλπ. Αλλά μηχανόβιους λέμε κι αυτούς που απλώς ανεβαίνουν σε μια μηχανή, σε μια μοτοσικλέτα, και πάνε στη δουλειά τους. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει κάποιος διαχωρισμός: τι σημαίνει εντέλει η λέξη μηχανόβιος, είναι υβριστική ή απλώς χαρακτηρίζει;

ΜΤ: Εγώ δεν συμφωνώ καθόλου με τη χρήση της λέξης μηχανόβιος.

ΜΧ: Ναι, κι εγώ, γιατί η λέξη σημαίνει πως ο βίος του περί ου (ή της περί ης) ο λόγος είναι η μηχανή.

ΔΧ: Εγώ συμφωνώ με αυτόν τον όρο. Αν εκφράζει έναν τρόπο ζωής στη σχέση του με τη μοτοσικλέτα, γιατί όχι; Θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να κλέψει μια τσάντα χρησιμοποιώντας μηχανή, αλλά να μην είναι μηχανόβιος, απλώς μηχανοχρήστης, που το συγκεκριμένο εργαλείο -η μηχανή- τον βολεύει, τον διευκολύνει ν’ ασκεί σωστά το επάγγελμά του: να κλέβει τις τσάντες γρήγορα.

ΜΤ: Το θέμα είναι αν η μοτοσικλέτα μπορεί να καθορίζει έναν τρόπο ζωής. Εκεί διαφωνώ: η μοτοσικλέτα μπορεί να συμπληρώνει τη ζωή, αλλά δεν την καθορίζει.

ΜΧ: Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός μηχανόβιος μας αναγκάζει ακριβώς ν’ αντιμετωπίσουμε αυτήν την περίπτωση: ενός ανθρώπου που η μηχανή καθορίζει τη ζωή του. Ειδάλλως, από κει και πέρα, τη μηχανή απλώς τη χρησιμοποιούμε: για να κλέψουμε, για να πάμε στη δουλειά μας.

ΜΤ: Ναι, αλλά αν υιοθετήσουμε αυτόν τον διαχωρισμό, αποκλείουμε αυτούς που αγαπάνε τη μηχανή.

ΓΜ: Νομίζω πως η μοτοσικλέτα είναι πρώτα από όλα κάτι που αγαπιέται. Η εξυπηρέτηση έρχεται μετά, δεν είναι το πρωτεύον στοιχείο. Ας το ξεκαθαρίσουμε άλλωστε ευθύς εξαρχής: η μοτοσικλέτα δεν είναι ένα εργαλείο σαν το «σύνθετο», αλλά δεν είναι επίσης αυτοκίνητο.

ΑΦ: Εγώ συμφωνώ απόλυτα με τη λέξη μηχανόβιος. Πρώτα πρώτα είναι κάποιοι άνθρωποι που χρησιμοποιούν μηχανή. Κάπως πρέπει να τους ονομάσουμε, δεδομένου ότι συχνά αναφερόμαστε σ’ αυτούς -χωρίς αυτή η ονομασία να σημαίνει σώνει και καλά κάτι περισσότερο. Απλώς πρέπει να υπάρχει μια λέξη.

ΜΧ: Ναι, αλλά το μηχανόβιος είναι πολύ ισχυρή λέξη.

ΜΤ: Κι επιπλέον γιατί πρέπει να ταυτίζουμε τη «μηχανή» με τη μοτοσικλέτα; Υπάρχουν χιλίων ειδών μηχανές.

ΑΦ: Είναι όμως διαφορετικός ένας όρος που προωθείται μέσα σε μια κοινωνία που τη χαρακτηρίζει το εμπόρευμα και το θέαμα. Θα πρέπει, σ’ αυτήν την περίπτωση, να τον συνδυάσουμε με τη μηχανή (ή τη μοτοσικλέτα) σαν κοινωνικό φαινόμενο, κοινωνική ανάγκη κι ίσως τρόπο ζωής.

ΜΤ: Δεν έχει σχέση ο τρόπος που εσύ το αντιλαμβάνεσαι. Προς τα έξω, στο κοινό, δεν έχει δοθεί στη λέξη μηχανόβιος η ρομαντική ερμηνεία που εσύ θέλεις να δώσεις.

ΑΦ: Το ίδιο συμβαίνει όμως και με άλλες κατηγορίες ανθρώπων. Με τη λέξη αναρχικός δεν συμβαίνει περίπου ό,τι συμβαίνει και με τη λέξη μηχανόβιος;

ΔΧ: Όχι παιδιά. Το πρόβλημα είναι άλλο: ότι, αυτή τη στιγμή, η λέξη μηχανόβιος χρησιμοποιείται αρνητικά -για τη μοτοσικλέτα και τον μοτοσικλετιστή. Η ίδια αυτή λέξη είναι φοβερά ευφυής και ακριβής όσον αφορά αυτό που θέλει να δηλώσει. Αν απλώς κατέχεις ή χρησιμοποιείς μια μηχανή, είσαι «μηχανοκτήτης» ή «μηχανοχρήστης», ας πούμε (αν και η λέξη δεν χρησιμοποιείται). Αν όμως βιώνεις τη μηχανή -και κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει να βιώνεις τη μηχανή- αν πιάνεις τους παλμούς της, είσαι «μηχανόβιος». Κι όμως, σε λένε «μηχανόβιο» όταν θέλουν να σε βρίσουν. Αλλά, όπως και να σε λέγανε, το γεγονός και μόνο ότι καβαλάς μοτοσικλέτα το έχουν ήδη απορρίψει, άσχετα αν χρησιμοποιούν καλές ή κακές λέξεις. Κατά συνέπεια, η λέξη μηχανόβιος μου αρέσει αν και ακριβής στο βαθμό που με αφορά. Ούτως ή άλλως βέβαια, δεν πρόκειται να εκτιμήσω αυτούς που την «ανακάλυψαν».

ΓΜ: Εγώ νομίζω πως δεν έχει καμία σχέση το ποιος «ανακάλυψε» αυτήν τη λέξη. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λέξη βόλεψε -κακώς, κατά τη γνώμη μου- μια ολόκληρη «κοινωνική» κατακραυγή, την κατακραυγή δηλ. ορισμένης πλειοψηφίας απέναντι σ’ ένα φαινόμενο: την αγάπη για τη μοτοσικλέτα. Το κακό είναι ότι αυτή η λέξη, στην ουσία της, στην ετυμολογία της, δεν είναι κατάλληλη για όλη αυτή τη ρητορεία. Είναι η καλύτερη λέξη που θα μπορούσε να βρεθεί για να λοιδορήσουν τους «μηχανόβιους».

ΜΧ: Να κάνω μια συμπληρωματική αναφορά: πριν 15-20 χρόνια, ο Ζαμπέτας, θέλοντας να σατιρίσει την προσήλωση του Φάμπα στην κλασική κιθάρα, του είπε σε μια δεδομένη στιγμή, ενώ έπαιζαν μαζί: «Άντε ρε… ρεσιταλόβιε». Το ρεσιτάλ είναι μια νόμιμη κατάσταση, διόλου κωμική. Αλλά ο τρόπος που αναφέρθηκε σ’ αυτήν ο Ζαμπέτας περιείχε τη σάτιρα: «Ζει με την έννοια του ρεσιτάλ, εκτός του ρεσιτάλ δεν ζει». Κάτι αντίστοιχο πρέπει να βρούμε και στη λέξη «μηχανόβιος». Αφαιρώντας της την κακή, την υβριστική έννοια που δίδουν πολλοί εξαιτίας των αντικοινωνικών στοιχείων. Αλλά από κει και πέρα υπάρχει σάτιρα, τουλάχιστον. Για μένα, που είμαι άσχετος και δεν μπορώ να οδηγήσω ούτε αυτοκίνητο ούτε ποδήλατο, η λέξη μηχανόβιος χαρακτηρίζει περισσότερο αυτούς που μ’ ενοχλούν με τη μηχανή παρά αυτούς που απλά τη χρησιμοποιούν. Η έννοια του μηχανόβιου περισσότερο συσχετίζεται μ αυτούς που ξαφνικά μπροστά μου κάνουν μια σούζα και περνάνε με κίτρινα και με πιάνει τρόμος ότι μπορούσα να ήμουν στο μέσον του δρόμου και ποιος τον σταμάταγε – ή με άλλους που κάνουν ένα πολύ υψηλό θόρυβο διασχίζοντας κάποια απίθανη μεριά όπου ενδεχομένως κάθομαι εγώ ήσυχος και κουβεντιάζω.

ΔΠ: Ναι, έτσι ξεκίνησε το πράγμα, αλλά έχει γενικευτεί. Και δεν κάνουν και πολλά πράγματα κάποιοι για να αναθεωρηθεί αυτή η άποψη -παρ’ όλο που όταν αγαπάς κάτι πρέπει να πείθεις για τη λειτουργία του, να μην αδιαφορείς.

ΜΧ: Η έννοια μηχανόβιος συσχετίστηκε προηγουμένως με την έννοια αναρχικός. «Αναρχικός» είναι κάθε ζωντανός άνθρωπος που αναθεωρεί και δεν χάβει τα δεδομένα, αλλά εννοεί να τα σκαλίζει από κάτω και να τα ξαναφέρνει διαλελυμένα επάνω για να τα επανασυνθέσει. Αυτή είναι άλλωστε και μια υγιής άποψη του ζωντανού ανθρώπου. Κι όμως η έννοια αναρχικός είναι συνδεδεμένη με μερικά παιδιά που εμφανίζονται διαμαρτυρόμενα και που δεν ξέρω κατά πόσον η διαμαρτυρία τους είναι κοινωνική αντίδραση ή αντίδραση λόγω ηλικίας, χωρίς σκέψη και χωρίς περισυλλογή… Εγώ πιστεύω πως ένας αναρχικός, πριν δράσει, σκέφτεται.

(στο σημείο αυτό ανοίγει κουβέντα περί «αναρχικών» και περί του κατά πόσον οι «μηχανόβιοι» αποτελούν «τάξη», ενώ στο βάθος ακούγονται θόρυβοι μηχανών που διασχίζουν την Πανεπιστημίου – κι ίσως ο τριγμός και ο βρυγμός των οδόντων του Μπακούνιν… Τη συζήτηση επαναφέρει ο)

ΓΜ: Συζητάμε τον όρο μηχανόβιοι. Πρόκειται για ένα κοινωνικό στρώμα -μην το λέμε «τάξη», δεν είναι- που πρώτον, αποτελεί μειοψηφία, δεύτερον, βρίσκεται υπό διωγμόν και τρίτον, προκαλεί. Να εξετάσουμε αυτά τα τρία στοιχεία – κι ας ξεκινήσουμε από την πρόκληση. Νομίζω…

ΓΚ: Γιώργο, να σε διακόψω. Βάζεις σ’ ένα δρόμο τη συζήτηση, ωραία! Για να τον ακολουθήσουμε όμως θα πρέπει να αλλάξουμε και στιλ συζήτησης – όχι όπως συζητάμε περί μηχανόβιων τόση ώρα.

ΜΧ: Μας ενδιαφέρει πάρα πολύ…

ΓΚ: Δεν έχω καμία αντίρρηση.

ΜΧ: …και να σου πω γιατί: για τον έναν και βασικό λόγο ότι πρέπει αυτό το στρώμα να απαλλαγεί από τα παράσιτα, απ το μίασμα.

ΓΚ: Το μόνο που θέλω είναι να πάψουμε να διαπραγματευόμαστε την πρόκληση ή όποιο άλλο θέμα διαλέξουμε με συγκεχυμένο τρόπο. Χρησιμοποιούμε όρους που σημαίνουν ένα σωρό πράγματα και καταλήγουν να μη σημαίνουν τίποτα.

ΜΧ: Αυτό είναι καφενείο, παιδί μου!

ΓΚ: Το καφενείο είναι δηλαδή εξ ορισμού ασύντακτο;

ΜΧ: Είναι εξ ορισμού μη καθοριζόμενο.

ΓΜ: Η αγωνία να αποκαθαρθεί ή να μην αποκαθαρθεί ο όρος, να βρούμε έναν άλλο όρο ενδεχομένως ή να «αποκαταστήσουμε» τον όρο που διαθέτουμε – είναι από τα βασικά πράγματα.

ΜΧ: Γι αυτό επιμένω στον προσδιορισμό.

ΓΚ: Ναι, αλλά αυτό που είπατε δεν είναι ερώτηση επί του προσδιορισμού, είναι ήδη προσδιορισμός. «Το θέμα είναι να αποκαθαρθεί αυτό το στρώμα κλπ κλπ» – αυτό δεν είναι ερώτηση, είναι απάντηση. Τι να συζητήσουμε περί προκλήσεως, όταν έχουμε τάξει στη συζήτηση έναν σκοπό: την κάθαρση του όρου «μηχανόβιος», όταν έχουμε ήδη αναφερθεί σε «μειοψηφίες» και «μιάσματα». Υπάρχει περίπτωση να συζητήσουμε για τη νοοτροπία των μηχανόβιων; Επισημαίνω την πολιτική παρασημαντική της μεθόδου συζήτησης που έχουμε επιλέξει: όταν ένας χώρος εμφανίζεται προκλητικός, τότε ή η πρόκληση τον καθαγιάζει (πρόκειται για τη θετική «ανάγνωση») ή γίνεται αμέσως λόγος για «μιάσματα» οπότε εγκαινιάζεται η λογική των εσωτερικών εκκαθαρίσεων (αρνητική «ανάγνωση»). Κατά συνέπεια, ή η πρόκληση θεωρείται αρετή -άρα προς τι η συζήτηση;- ή η πρόκληση θεωρείται συκοφαντική πράξη -άρα στους πολλούς και υγιείς μηχανόβιους προσφέρεται μια διέξοδος: «απαλλαγείτε από τα παράσιτα και ελάτε να σας αναγνωρίσουμε». Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν συζητάμεΓΜ: Να προχωρήσουμε τότε ακόμη πιο πέρα. Έστω ότι στους «μηχανόβιους» υπάρχουν 50% προκλητικοί. Επειδή το στρώμα αυτό βρίσκεται υπό διωγμόν και επειδή γενικώς «προκαλεί», αυτό το 50% διογκώνεται και γίνεται 100%. Ενώ, αν στους ΙΧήδες, τους πολιτικούς μηχανικούς, τους γιατρούς υπήρχε ένα 70% που προκαλεί, το υπόλοιπο 30% θα είχε διογκωθεί και θα είχε δικαιώσει 100% αυτό το στρώμα: θα ήταν εξασφαλισμένη η κοινωνική αποδοχή, η βιτρίνα. Στους «μηχανόβιους» λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια πρόκληση πέραν του ποσοστού αυτών που προκαλούν -εξού και η κοινωνία δεν αποδέχεται αυτό το στρώμα, δε θέλει να το τοποθετήσει στη βιτρίνα της. Πού έγκειται η πρόκληση; Στο ότι η οδήγηση μιας μηχανής πρώτον, έχει κάτι το «μαγικό» για αρκετούς ανθρώπους – μια απλή ικανότητα, λέω εγώ, που δεν την έχουν φυσικά όλοι, δεύτερον, συγκρούεται με τη «φιλοσοφία του αυτοκινήτου» που έχει επίμονα καλλιεργηθεί (τέσσερις ρόδες κλπ) και, τρίτον, έρχεται σε αντίθεση με το «ιδανικό» της «ασφάλειας», δηλ. τροφοδοτεί την τρομολαγνεία απέναντι στην κυκλοφορία, την ταχύτητα, τις «επικίνδυνες» μηχανές κλπ. Όλα αυτά συνθέτουν ένα φαινόμενο που απωθείται από το κοινωνικό σύνολο.

(Εισέρχεται ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος. Διατυπώνει την άποψη πως τώρα πια η μηχανή είναι στη βιτρίνα, πως ο μύθος του «καταραμένου» μηχανόβιου έχει εκπέσει. Ο Μπράμος διαμαρτύρεται: δεν χρησιμοποίησε τη λέξη καταραμένος ούτε αγνοεί την εξέλιξη του πράγματος. Εξέρχεται ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος. Ερήμην, απαντά ο)

ΑΦ: Ζούμε σε μια κοινωνία του θεάματος και του εμπορεύματος. Εφόσον η μηχανή ικανοποιεί τις δυο αυτές «απαιτήσεις», μοιραία θα εμφανιστεί κι αυτή η τάση, το «στιλ» της μηχανής. Τελικά, κανείς δεν ξέρει για τι μιλάει. Όλοι διαβάζουν εφημερίδες. Γιατί τόσο μονομερείς; Κατηγορούν τον μοτοσικλετιστή που περνάει με κόκκινο. Ξαφνικά, ο μοτοσικλετιστής είναι ο κακός, είναι η απειλή για την ησυχία της κοινωνίας – και δεν είναι απειλή ο καυλόγκαζος με το GTI, που έχει βγάλει και τις εξατμίσεις κι αναστατώνει το Ψυχικό. Είναι αποδεκτός, γιατί είναι σε 4 ρόδες, είναι δλδ πιο δυναμικός αγοραστής ενός εμπορεύματος. Ενώ ο μοτοσικλετιστής ποτέ δεν είναι μόνο θέαμα, γιατί έχει αρνηθεί ένα δόγμα θεμελιώδες: το βόλεμα. Όταν ξεκινήσει από το Παγκράτι να φτάσει στην Ομόνοια, έχει -είτε το ξέρει είτε όχι- 90 πιθανότητες να τον σκοτώσει κάποιος.

ΜΤ: Τι εννοείς «βόλεμα»;

ΔΧ: Βόλεμα στη ζωή σου είναι να είσαι σίγουρος ότι και αύριο θα ζεις.

ΓΚ: Ένσταση, και μάλιστα σοβαρή.

ΑΦ: Μπορούμε να το συζητήσουμε.

ΓΚ: Μπορούμε και πρέπει να το συζητήσουμε, γιατί είναι από τα πιο σοβαρά θέματα. Είναι επιπλέον μια ευκαιρία να αποφύγουμε την «άλλη» μονομερή αντιμετώπιση, όχι εκείνη που καταγγέλλεις, αλλά αυτήν που μοιάζει να σημαδεύει τη δική μας κουβέντα. Είπε ο Γιώργος πως η μηχανή φαίνεται να αποτελεί πρόκληση και το εξήγησε. Ωραία! Αλλά υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος: ο μοτοσικλετιστής υποστηρίζει κι αυτός με παρρησία ένα μύθευμα, αντίπαλο φαινομενικά του μύθου του «κακού, προκλητικού κι επικίνδυνου μηχανόβιου». Στοιχείο αυτού του (συμπληρωματικού εντέλει) μυθεύματος είναι τα περί «βολέματος» που μόλις υποστηρίχθηκαν. Θα ήθελα να μάθω αν μπορείς να ριψοκινδυνεύσεις μόνο πάνω στη σέλα της μηχανής. Μήπως, όπου κι αν βρεθείς, υπάρχει πάντα τρόπος να κινδυνεύεις;

ΑΦ: Πάνω στη μηχανή υπάρχει ένα «συν» στο γενικό ρίσκο. Ειδάλλως, όλοι κινδυνεύουμε από έμφραγμα.

ΓΚ: Δεν μιλώ γι αυτό το είδος κινδύνου.

ΔΧ: Όταν κάνεις κάτι που σου αρέσει, δεν σκέφτεσαι καν το ρίσκο.

ΑΦ: Ναι, αλλά όταν ανεβαίνεις στη μηχανή, είτε σου αρέσει είτε όχι, παίζεις ρώσικη ρουλέτα.

ΓΜ: Ο πιο αρμόδιος να μιλήσει για «ρώσικη ρουλέτα» είναι ο Δημήτρης. Να μας πει λοιπόν τη γνώμη του.

ΔΠ: Δυσκολεύομαι να μιλήσω, γιατί δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάμε. Η όλη συζήτηση μου θυμίζει αποσπάσματα από διάφορα άρθρα στις εφημερίδες, που ίσως και να προκάλεσαν αυτή τη συζήτηση. Καθένας λέει διάφορες αυθαιρεσίες – αλλά, για να στηρίξεις τα επιχειρήματά σου, πρέπει πρώτα απ’ όλα να χωνέψεις πως το θέμα δεν προσφέρεται για μονόλογο. Τα πράγματα είναι απλά.
Ξεκινάμε από τις αρχές του αιώνα. Δουλεύει το πράγμα με τους 4 τροχούς, δουλεύει και με τους 2. Μόνο οι πλούσιοι, σύμφωνοι: είναι ακριβά τα αυτοκίνητα.
Πόλεμος: εύκολο και γρήγορο μέσο επικοινωνίας η μοτοσικλέτα, αναπτύσσεται η τεχνολογία της, αρχίζει η μαζική παραγωγή. Μετά τον πόλεμο: φτώχεια, ανάγκη, τεράστιες εκτάσεις στην κατεστραμμένη Ευρώπη, τα δίκυκλα μοιάζουν βολικό και προσιτό μεταφορικό μέσο -ειδικά σε φτωχές χώρες, όπως η Ελλάδα.
Φτάνουμε στη δεκαετία του 60. Μηχανάκια, βέσπες -κανείς δεν τους κατηγορεί. «Τη δουλειά του κάνει ο άνθρωπος», «φουκαράς»… Του κόβαμε και κανα πόδι, «βρε, τον άνθρωπο!» έλεγε ο αυτοκινητιστής, και πήγαινε να τον δει και στο νοσοκομείο. Δεν έλεγε «καλά να πάθει», δεν υπήρχε μίσος. Το δίκυκλο ήταν κάτι αποδεκτό.
Δεκαετία 70: οικονομική ευημερία, μπορείς πια να πάρεις εύκολα δίκυκλο -εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Η μοτοσικλέτα γίνεται σόου, επίδειξη -αρχίζει να δημιουργείται ο πρώτος πυρήνας. Καμία σχέση με Αμερική, με «αγγέλους της κολάσεως» κλπ. Απλώς ήταν πιο εύκολο να επιδειχθείς στη γειτονιά με ένα δίκυκλο. Δημιουργείται έτσι ο πρώτος θύλακας των ανθρώπων που σήμερα ονομάζουμε «μηχανόβιους» ή δεν ξέρω πώς.
Και φτάνουμε στη δεκαετία του 80: «πολιτιστική έκρηξη». Πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν το δίκυκλο, αλλά ανακαλύπτουν κι ότι μπορούν να γράφουν οτιδήποτε σχετικά μ αυτό και μπορούν να δημοσιεύουν αυτά που γράφουν. Αρχίζουν λοιπόν να επιδίδονται σε βαθυστόχαστες αναλύσεις, πιάνει ο καθένας το κομματάκι του στην εφημερίδα ή στο περιοδικό του κι αναπτύσσει τις απόψεις του -αφού, όπως είπε κι ο Αχιλλέας (το μόνο 100% ακριβές από όσα ως τώρα είπε), το θέαμα, το χρώμα του θέματος βοηθάνε.
«Μηχανόβιοι» λοιπόν. Τι είναι οι μηχανόβιοι; Μια λέξη που χρησιμοποίησε κατά κόρον η προ πενταετίας αρθρογραφία. Κακή λέξη, σίγουρα. Ποιος ζει σήμερα με τη μοτοσικλέτα; Καβαλάω μοτοσικλέτα από μικρό παιδί, μ αρέσει, την αγαπάω -αλλά δεν ζω μαζί της, ζω με ανθρώπους. Και κάτι ακόμη: αν υπάρχει ένα μικρό ποσοστό που, λόγω έλλειψης φαιάς ουσίας, με τη μοτοσικλέτα ξυπνάει-με τη μοτοσικλέτα κοιμάται, αυτό δεν σημαίνει πως όσοι κάνουν φασαρία ή «προκαλούν» ανήκουν σ αυτό το μικρό ποσοστό. Άσε που «μηχανόβιους» λέμε τους χρήστες μεγάλης συνήθως μηχανής, ενώ τα μικρά μηχανάκια κάνουν ασφαλώς πιο πολλή φασαρία.

ΜΤ: Ναι, αλλά κι αυτό το μικρό ποσοστό έχει ένα δείκτη παιδείας – κι ένα όριο ηλικίας.

ΔΠ: Ασφαλώς. Κάποια στιγμή σταματάς στο φανάρι, βλέπεις το βλέμμα του πεζού που προηγουμένως τρομοκράτησες και ντρέπεσαι. Τότε παύεις να ενοχλείς τον κόσμο.

ΓΜ: Δημήτρη, ήθελα να σε ρωτήσω – ή μάλλον να προβληματιστούμε σ ένα θέμα: γιατί στη δεκαετία του 60 υπάρχει αυτή η συνύπαρξη αυτοκινητιστών και μοτοσικλετιστών; Και γιατί αυτό διακόπτεται τη δεκαετία του 80; Νομίζω πως στη δεκαετία του 70 γίνεται ένα «μπουμ» στις πωλήσεις αυτοκινήτων, διαμορφώνεται δηλ. μια «αυτοκινητιστική κουλτούρα». Η αυτοκινητιστική αυτή έκρηξη αρχίζει σιγά-σιγά να παρουσιάζει προβλήματα, να δημιουργείται κάποιος κορεσμός: μπλοκάρονται οι δρόμοι τρομακτικά, από το 75 και δώθε. Το αυτοκίνητο δεν είναι πια μέσο επίδειξης. Φαίνεται πως το αυτοκίνητο όλοι μπορούν να το αποκτήσουν και να το οδηγήσουν. Στη δεκαετία του 80 η μηχανή μοιάζει να μπαίνει σφήνα σ αυτή τη διαμορφωμένη κατάσταση.

ΔΧ: Το «μπουμ» στις μοτοσικλέτες γίνεται νωρίτερα: στη δεκαετία του 70. Απλώς, καθώς εξελίσσεται η κατάσταση που περιγράφεις, εγκαθίσταται σιγά-σιγά το στοιχείο της πρόκλησης. Κάποια στιγμή οι Έλληνες ανακαλύπτουν τη γιαπωνέζικη μοτοσικλέτα, που έσπαζε αυτήν την «ταξική» ανισότητα ανάμεσα σε μοτοσικλέτα και αυτοκίνητο. Εκείνος που οδηγούσε αυτοκίνητο ήταν μποτιλιαρισμένος. Εκείνος που δεν είχε αυτοκίνητο, όχι μόνο δεν ήταν μποτιλιαρισμένος, αλλά έτρεχε και με 200. Άρχισε να δημιουργείται μυθολογία. Η λέξη «καμικάζι», που χρησιμοποιήθηκε πριν από τη λέξη «μηχανόβιος», γιατί έχει γιαπωνέζικη προέλευση; Δεν είναι ταυτισμένη με την ξαφνική εμφάνιση της γιαπωνέζικης μοτοσικλέτας στην αγορά και το «μπουμ» που προκάλεσε αυτή η εμφάνιση στις πωλήσεις;

ΜΤ: Είναι επίσης ταυτισμένη με την αυτοκτονία…

ΔΠ: Η λέξη καμικάζι είναι πάρα πολύ εύστοχη. Η όλη μεθόδευση, να παίρνεις φόρα και να «σκας» πάνω σε ένα ακίνητο αντικείμενο, αυτοκίνητο ή οτιδήποτε, είναι ακριβώς ίδια.
Πάντως, ξέρεις τι έλεγα προηγουμένως; Έλεγα ότι δεν ενόχλησαν ξαφνικά οι μοτοσικλέτες. Απλώς έγιναν πολλές. Άμα χιονίσει, θα βγούμε όλοι να μαζέψουμε χιόνι, θα πούμε «α, τι ωραία! χιόνισε!». Άμα χιονίζει όλο το χειμώνα, θα τρελαθούμε, θα κάνουμε λιτανείες. Το ίδιο και με τις μοτοσικλέτες. Σε σταμάταγε το 73 ο απλός άνθρωπος: «Βρε παιδί, τι λες; Τέσσερις κυλίνδρους έχει, βρε παιδί; Και πόσο κάνει; Δεν έπαιρνες ένα αυτοκίνητο;» Ποιος θα σου πει έτσι τώρα; Στα ποσοστά που θα συζητήσουμε, ελπίζω, στη συνέχεια, έχω να πω μερικά ενδιαφέροντα πράγματα, γιατί υπάρχει μια μυθολογία, ότι είναι λίγοι αυτοί που ενοχλούν. Έχω, δυστυχώς, μεγάλες αντιρρήσεις: είναι πολλοί αυτοί που ενοχλούν.

ΜΧ: Έχω να πω το εξής σχετικά με την ιστορική διαδρομή που επιχειρήσατε. Η υπόθεση αλλάζει από τη στιγμή που η μοτοσικλέτα γίνεται αυτοσκοπός. Στην ανάλυση που κάνατε, συνδέσατε την ανάπτυξη της μοτοσικλέτας με την παρουσία της μηχανής. Όμως, κάπου αρχίζει και γίνεται αυτοσκοπός αυτή η ιστορία. Είναι σαν να πάτε να εξετάσετε τον έρωτα μέσα από την πορνεία. Η την ομοφυλοφιλία μέσα από τους τραβεστί της Συγγρού. Είναι λάθος. Και πιστεύω ότι η έννοια του «μηχανόβιου» περιέχει μια τέτοια σύγχυση. Γι αυτό και υπάρχουν δυσκολίες στην εξήγηση και την τοποθέτηση της λέξης: η λέξη οικειοποιείται μιαν περιοχή που δεν της ανήκει. Ο ενοχλητικός από τότε που ήταν «μαχαλόμαγκας» ενοχλούσε. Δεν ήταν ανάγκη να έχει μηχανή για ν’ αποτελεί πρόκληση για τον αθώο πολίτη. Κάποτε οι μαχαλόμαγκες αποκτήσανε και «ιπτάμενα», όπως τα λέω εγώ (διότι περί ιπταμένων πρόκειται όταν διασχίζεις έτσι τους δρόμους), και εξακολούθησαν εσκεμμένα την πρόκληση και την ενόχληση. Συνεπώς, το να υπερασπιστείτε αυτήν την κατηγορία των «μηχανόβιων» είναι, νομίζω, ένα λάθος που μας οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα. Και θέλω να απαλλαγείτε από αυτήν τη χρήση, για να μπορέσουμε να δούμε την έννοια του «μηχανόβιου» καθαρά. Πέρα από την πρόκληση και πέρα από το νταηλίκι. Ο νταής είναι γεννημένος για να ενοχλεί, εξαιτίας ενός καταπιεσμένου «εγώ». Δεν νομίζω ότι πρέπει να συγχέουμε την έννοια του «μηχανόβιου» με την έννοια του «ενοχλητικού», του κοινωνικού παράσιτου.

ΓΚ: Ναι, αλλά έχω μια απορία: αν ο «μηχανόβιος» δεν είχε συνδεθεί με την έννοια του «ενοχλητικού», γιατί θα είχαμε καλέσει εδώ «μηχανόβιους» και δεν θα είχαμε καλέσει, πχ, κομμώτριες; Κι αν η έννοια «ενοχλητικός» δεν προϋπέθετε εμβρυώδεις έστω απόψεις, δια των οποίων ο «ενοχλητικός» υποστηρίζει και, κατά την κρίση του, νομιμοποιεί την ενόχληση, γιατί δεν θα είχαμε καλέσει νηπιαγωγούς να μας μιλήσουν για τα ενοχλητικά παιδάκια;

ΜΤ: Μα εμείς αποποιούμαστε την έννοια του ενοχλητικού…

ΓΚ: Άλλο τώρα τι αποποιείστε. Και, καταρχάς, δεν το αποποιείστε συλλήβδην.

ΑΦ: Ασφαλώς. Εγώ είμαι υπέρ του θορύβου και της παρενόχλησης, υπέρ της πρόκλησης, είναι απλό. Γιατί, ενώ ο μοτοσικλετιστής είναι ένα κοινό άτομο όπως όλα τα άλλα, θυσιάζεται στο βωμό του θεάματος και δημιουργείται αυτό που λέμε «καμικάζι», «μηχανόβιος», ό,τι θέλεις: η κοινωνία τον αντιμετωπίζει κατασταλτικά και προκλητικά, οπότε έχει κάθε δικαίωμα κι αυτός να αντιμετωπίζει προκλητικά την κοινωνία, σε δεδομένη στιγμή, όποτε του ρθει.

ΜΧ: Μα, αγαπητέ μου, με συγχωρείς. Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;

ΑΦ: Αυτό δεν με απασχολεί.

ΜΧ: Κάποτε, μια δεδομένη στιγμή, θέλω να συνυπάρξω μαζί σου κι εσύ με προκαλείς. Δεν ξέρω τι προηγούμενα έχεις εσύ με την κοινωνία, αλλά εγώ τι σου φταίω;

ΑΦ: Για μένα η πρόκληση είναι ο ΙΧης, που πάει να με σκοτώσει τρεις φορές σε διάστημα ενός χρόνου. Αυτός δεν έχει κανένα άλλοθι.

ΜΧ: Μα εγώ δεν σου λέω γιατί τα χεις με τους ΙΧήδες, που πήγαν να σε σκοτώσουν. Μπορεί να ήσαν αλήτες. Εγώ τι σου φταίω;

ΑΦ: Δεν το κάνω απέναντι σε εσάς προσωπικά. Στο δρόμο ούτε σας ξέρω ούτε με ξέρετε. Υπάρχει ένα παιγνίδι, πρόκληση και απάντηση με πρόκληση.

ΔΠ: Ας το θέσουμε πιο ήπια: Όταν πρωτοκαβάλησα μηχανάκι, πάνε τώρα 15-18 χρόνια, σε κάθε δεύτερο βήμα μας σταμάταγαν οι αστυνομικοί. Με το απλό επιχείρημα ότι, από τη στιγμή που καβαλάω μηχανή, είμαι σώνει και καλά αλήτης. Εκείνη τη στιγμή η αστυνομία εξέφραζε την άποψη της κοινωνίας. Μιλάμε για δύσκολα χρόνια κι αυτά ίσχυαν, μην το ξεχνάμε.

ΑΦ: Εκείνο που ήθελα να πω είναι ότι κανείς δεν την κάνει από σύστημα την πρόκληση. Την κάνει αυθόρμητα. Είναι μια σημαία αυθορμητισμού η πρόκληση.
Μου έχει τύχει πολλές φορές να περιμένω στο φανάρι και να ρχεται δίπλα μου ένας με μια μερσεντές, ο οποίος ακούει Μαρινέλλα στο φουλ. Ε, κι εγώ ανεβάζω τις στροφές στις 7000. Στην ηχητική πρόκληση του αυτοκινητιστή αντιδρώ με τη δική μου πρόκληση. Αλλά κι ο πεζός δεν προκαλεί όταν, χωρίς να κοιτάξει περνάει το φανάρι και πρέπει εγώ, για να τον αποφύγω, να πάω να πέσω σε καμιά κολόνα;

ΓΜ: Το κακό είναι ότι, έτσι όπως λειτουργεί η μηχανή, έτσι όπως λειτουργεί μια ολόκληρη κοινωνική αντίληψη για τη μηχανή, το πράγμα γενικεύεται κι εσύ, εγώ, η Μάγδα, ο Διονύσης, μπαίνουμε όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Να βρούμε μια εξήγηση γι αυτό.

ΔΧ: Τι εννοείς «στο ίδιο τσουβάλι»;

ΓΜ: Όταν οδηγώ αυτοκίνητο και με σταματήσει ο αστυφύλακας, θα μου μιλήσει στον πληθυντικό. Όταν οδηγώ μηχανή και με σταματήσει, δε θα μου μιλήσει ποτέ στον πληθυντικό. Όταν κάποτε απαίτησα να μου μιλήσει στον πληθυντικό, μου έριξε μήνυση χωρίς να έχω κάνει τίποτα.

(Στο σημείο αυτό η συζήτηση παρεκκλίνει από το θέμα «μηχανόβιοι» και το επίπεδό της ανεβαίνει αιφνιδίως, καθώς θέμα είναι η εκλεπτυσμένη συμπεριφορά των οργάνων της τάξεως. Προς αποφυγήν ενεργοποιήσεως του «ιδιωνύμου», αλλά και προς επίρρωσιν της ηλεγμένης νομιμοφροσύνης των συντακτών του περιοδικού, όσα σχετικά με το ευαίσθητο αυτό θέμα ειπώθηκαν παραλείπονται. Κάποια από τα νήματα της συζήτησης ξαναπιάνει ο)

ΔΧ: Το θέμα είναι να δούμε για ποιο λόγο καθένας προκαλεί ή τέλος πάντων κάνει αυτό που λέμε «όχληση» – και όχι πρόκληση. Για παράδειγμα, ο μάστοράς μου πήγαινε έξω απ’ το μπαλκόνι της αγαπημένης του 3.00 η ώρα τη νύχτα, με τη μηχανή στα κόκκινα για να της δείξει την παρουσία του. Ένας τρίτος παρατηρητής, που δεν ήξερε τη σχέση οχλούντος, ήχου και ακροατή, θ’ αναρωτιόταν: «Αυτός τώρα γιατί φωνάζει;» Αλλά ο άνθρωπος είχε ένα συγκεκριμένο σκοπό. Άλλος πάλι είχε πολιτικοποιήσει τη φασαρία, γκάζωνε και φώναζε: «Ξυπνάτε, ρε! Κοιμόσαστε, ρε!» και σήκωνε τη γειτονιά στο πόδι. Κι ο τρίτος γκαζώνει γιατί τσακώθηκε με την κοπέλα του. Υπάρχει κι αυτός που κάνει όχληση για να προβάλει το «εγώ» του. Μέσα από την αντανάκλαση της όχλησης που προκαλεί στους άλλους σκέφτεται: «Κοίταξε ποιος είμαι!» κλπ κλπ.
Μόνο το ένα από τα παραδείγματα αυτά είναι πρόκληση. Τα άλλα είναι απλή όχληση. Μην τα συγχέουμε. Το για ποιο λόγο γκαζώνει κάποιος δεν είναι συνάρτηση μόνο της ιδεολογίας του, αλλά και της ψυχικής του διάθεσης εκείνη τη στιγμή. Άλλωστε, συχνά το πράγμα λειτουργεί εντελώς ασυναίσθητα. Είμαι πάνω στη μοτοσικλέτα και κοιτάω να πάω όσο γίνεται πιο γρήγορα. Ενδεχομένως, αν μπορώ, πιο ναρκισσιστικά: εκεί που θα μπορούσα να μην κάνω μια σούζα, την κάνω. Η μοτοσικλέτα δεν είναι μόνο ένα μέσο μεταφοράς, αλλά κι ένας τρόπος να «τη βρεις».

ΔΠ: Κάτσε, όπα! Μέσα δω θα «τη βρεις» με τη μοτοσικλέτα; Όταν ξέρεις ότι υπάρχουν μέρη που μπορείς να «τη βρεις»;

ΔΧ: Γιατί; Όταν έχω καλή διάθεση, θ’ αυτοσχεδιάσω, θα κάνω -ας πούμε- το σόλο μου. Χωρίς να έχω την αίσθηση ότι θα προκαλέσω κανέναν. Τα αυτοκίνητα δεν είναι πράγματα που τα οδηγούν κάποιοι με τους οποίους έχω ανταγωνιστική σχέση. Είναι απλώς κινητά εμπόδια, που τα θεωρώ απρόσωπα. Κάποια στιγμή τυχαίνει να οδηγώ αυτοκίνητο. Συμβαίνει καμιά φορά. Όταν μου κάνει σφήνα ο μοτοσικλετιστής, θα αντιδράσω ασυναίσθητα αρνητικά, θα πω «το κωλόπαιδο!».

ΑΦ: Κάτι παθαίνεις, φαίνεται. Από τα ρεύματα τα επαγωγικά του αυτοκινήτου…

ΔΠ: Γιατί να βγεις να διασκεδάσεις μέσα στην πόλη;

ΔΧ: Δεν είπα κάτι τέτοιο. Λέω απλώς πως αντιδρώ ανάλογα με την ψυχική μου διάθεση, αλλά πως δεν φταίει η διαφορετική ψυχολογία για την αντιπαράθεσή μου με τον οδηγό του αυτοκινήτου, φταίει το όχημα που καθένας οδηγεί. Ως οδηγός αυτοκινήτου είμαι υποχρεωμένος να κινηθώ με τη «μέση ωριαία ταχύτητα». Ο άλλος που οδηγεί μοτοσικλέτα με υπερφαλαγγίζει, διαφεύγει. Σκέψου τώρα να έχω ένα αυτοκίνητο – κοινωνικό σύμβολο, μια μερσεντές π.χ., κι ενώ είμαι μποτιλιαρισμένος και βράζω στο ζουμί μου, να σκάει μύτη ο πιτσιρικάς με το παπάκι και να περνάει το φανάρι. Πάει, θα μου τη δώσει.

ΑΦ: Ναι, και μετά στο δρόμο ποιος τον σώζει τον αναβάτη μοτοσικλέτας… Γι αυτό και δεν ισχύει η ειδυλλιακή εικόνα «πρόσεχε και δεν θα πάθεις τίποτα». Απ’ τη στιγμή που κινείσαι δίπλα σ’ αυτοκίνητα που μπορούν να προκαλέσουν ατύχημα (ταξιτζής που ανοίγει την πόρτα για να φτύσει, οδηγός που κοιτάζεται στο καθρεφτάκι κλπ), τι μπορείς να κάνεις;

ΔΧ: Έχετε κι οι δυο λίγο άδικο. Ο Αχιλλέας γενικεύει, αλλά κι εσύ του λες ότι πρέπει να επιβιώσει πάνω στη μοτοσικλέτα 23 χρόνια, για να αποκτήσει πείρα. Ναι, αλλά σου λέει ο άνθρωπος τι θα κάνω ως τότε; Θα ζήσω ή δεν θα ζήσω, γιατρέ;

ΔΠ: Αν βρεθείς στον παραλιακό δρόμο που πάει από Μονακό προς Ιταλία, θα δεις τις μοτοσικλέτες να κινούνται με ταχύτητα διπλάσια από των αυτοκινήτων πάνω στη διαχωριστική γραμμή. Κανείς δεν ενοχλείται, κανενός το μυαλό δεν πάει στον ανταγωνισμό. Είναι θέμα γνώσεων και παραδόσεων, Οι λαοί αυτοί έχουν ζήσει χρόνια με το αυτοκίνητο και τη μοτοσικλέτα. Όταν δεν ξέρεις κάτι, είσαι ο χειρότερος κριτής του. Εδώ πέρα αυτό ακριβώς συμβαίνει. Αν υπήρχε ενημέρωση…

ΑΦ: Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά. Αλλά η κυκλοφορία είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, αρκετοί από τους οποίους είναι αστάθμητοι. Το αυτοκίνητο είναι σούπερ καταναλωτικό αγαθό – και δεν υπάρχει μόνο η βιομηχανία των αυτοκινήτων, υπάρχει και η βιομηχανία των διπλωμάτων. Δεν ξέρεις τι ‘ν’ αυτός που οδηγεί μπροστά σου: κουφός, καρδιακός, διαβητικός, ψυχοπαθής, ψηφοφόρος… Επισημαίνω τους κινδύνους, δεν λέω πως, απ’ την άλλη μεριά, κι η μοτοσικλέτα δεν πάει να γίνει καταναλωτικό αγαθό: την έχει περιλάβει το marketing, γιατί προσφέρει θέαμα. Κι αυτό πολλαπλασιάζει την αντιπαράθεση μοτοσικλετιστή – αυτοκινητιστή.

ΜΧ: Κατόπιν αυτών, πρέπει να ρωτήσετε πώς αμύνεστε απέναντι στις ανάλογες προκαταλήψεις. Ακούστηκαν διαφορετικές απαντήσεις, αλλά τη σχετική με τον «μηχανόβιο» προκατάληψη σχεδόν την οικοδομήσατε οι ίδιοι με όσα είπατε. Πώς θ’ αμυνθείτε απέναντι στη συκοφάντηση, είτε το θέαμα φταίει γι αυτήν είτε ο ανταγωνισμός είτε οτιδήποτε;

ΜΤ: Δεν μ’ αρέσει να εξαιρώ ορισμένα ζητήματα της ζωής από την αλληλεξάρτηση που υπάρχει στα πάντα, στο κοινωνικό πλαίσιο. Δεν θεωρώ τόσο εξειδικευμένο φαινόμενο τη μοτοσικλέτα, παρ’ όλο που την αγαπώ. Άρα πιστεύω πως και σ’ αυτό το συγκεκριμένο θέμα η άμυνά μου θα διαμορφωθεί με βάση τη γενικότερη στάση ζωής. Κι έπειτα με συγκινεί η αίσθηση της ταχύτητας, αλλά όχι της τελικής ταχύτητας, της ξεχειλωμένης. Έχω αγοράσει δέκα μοτοσικλέτες και ποτέ street καθαρόαιμο. Δεν θα πάω με 3, αλλά δεν θα πάω σώνει και καλά και με 183. Αυτό που με συγκινεί κυρίως είναι η έννοια της ανάβασης και της διαδρομής. Κατά συνέπεια, ακραίοι τρόποι οδήγησης μ’ εκνευρίζουν κι εμένα καμιά φορά. Δεν θ’ αντιδράσω εξειδικεύοντας, λοιπόν, αλλά με μια γενικότερη ανάλυση κοινωνική.

ΜΧ: Ναι, αλλά όταν εγώ σε δω στη μηχανή, λέω: «μηχανόβια», δηλ. άνθρωπος που το εσωτερικό του είναι μια μηχανή. Τι μπορείς να κάνεις για να αμυνθείς απέναντι σ’ αυτού του είδους τη συκοφάντηση;

ΔΠ: Κύριε Χατζηδάκι, με συγχωρείτε, να σας διακόψω. Το πρώτο που σκέφτεται ο περισσότερος κόσμος δεν είναι «μηχανόβιος», είναι «μα δεν φοβάται;»

ΜΤ: Αυτή η αντίδραση είναι ακατανόητη.

ΔΠ: όχι, έχει βάση που δεν είναι άσχετη με την προκατάληψη που μας απασχολεί. Η βάση είναι τα τρομακτικά ατυχήματα. ΑΝ δεν υπήρχαν τόσοι θάνατοι, τόσοι τραυματισμοί… Είναι τροφή, θαυμάσια τροφή για τη δημοσιογραφία. Ας μην εκφραστούμε άσχημα, αλλά πώς αλλιώς να δει κανείς τα άρθρα για το ΚΑΤ, τις φωτογραφίες με ματωμένους κλπ; Οι προσπάθειες, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να σημαδέψουν ακριβώς στη μείωση των θανάτων. Αν υπήρχαν λιγότεροι θάνατοι, δεν θ’ αντιδρούσε έτσι και η κοινή γνώμη, δεν θα υπήρχαν τα «σώστε τα παιδιά μας» των εφημερίδων, που κατευθύνουν την κοινή γνώμη.

ΓΜ: Αυτήν την στιγμή, το ατύχημα με τη μοτοσικλέτα πουλάει» όπως ίσως παλιότερα το ατύχημα με το αυτοκίνητο ή με το άλογο. Το ατύχημα με τη μοτοσικλέτα είναι πιο θεαματικό, γι αυτό και οι εφημερίδες το προτιμούν. Συνήθως σκοτώνονται νέοι και ο θάνατος στα νιάτα συγκινεί, έπειτα αναβάτες κατά παράδοσιν είναι ένα κορίτσι κι ένα αγόρι.

ΜΧ: Άλλωστε, η στάση του αγοριού και του κοριτσιού σε μια μοτοσικλέτα είναι πιο ερωτική από ό,τι σ’ ένα αυτοκίνητο.

ΓΚ: Ναι, οπότε πίσω από το ρήμα («ζευγάρι βρήκε το θάνατο με μοτοσικλέτα») υπάρχει και το απαραίτητο δίδαγμα: το τίμημα των απολαύσεων. Αλλά, μια και ο λόγος περί απολαύσεων -και για να μην επεκταθούμε στο θέμα της δημοσιογραφίας- θα άξιζε τον κόπο να μιλήσουμε για τη σχέση του οδηγού με τη μοτοσικλέτα του, όπως δηλώνεται στα λόγια του. Μιλήσαμε για πρόκληση, για θέαμα, για αυτοσχεδιασμό στους δρόμους – μ’ όλα αυτά (και με την έννοια «μηχανόβιος, που τόση ώρα παιδεύουμε) συναρτάται ίσως η ιδιαίτερη σχέση του οδηγού με τη μοτοσικλέτα του; Και τι είδους σχέση είναι αυτή; Δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι η μοτοσικλέτα είναι και φετιχιστικό αντικείμενο; Αυτή η υπόθεση θα μας οδηγούσε εξίσου καλά στο μάρκετινγκ, αλλά και στο ζήτημα της πρόκλησης, στη σχετική μυθολογία.

ΓΜ: Κάθε αντικείμενο μπορεί να είναι και φετιχιστικό. Άλλωστε και ο κινηματογράφος δεν είναι φετίχ;

ΓΚ: Ναι, αλλά ποια είναι η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης που μας απασχολεί; Εξηγούμαι: κάνουμε δυο ώρες προσπάθεια να αποκαθάρουμε τον όρο «μηχανόβιος» από την ερμηνεία «ζω με (και για) τη μοτοσικλέτα». Μήπως όμως αυτή η ερμηνεία είναι και η σωστή; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα. Και το δεύτερο, εφόσον απαντήσουμε στο πρώτο: γιατί είναι περισσότερο αξιογέλαστο να ζεις με τη μηχανή απ’ ό,τι να ζεις με ένα Hi-Fi ή με ένα video; Μήπως -κι εδώ έγκειται ίσως η ιδιαιτερότητα- το Hi-Fi και το video παραπέμπουν σε ένα απαλυντικό «πνευματικό» περιεχόμενο (αρκετό πάντως για να εξουδετερώνει την πρόκληση και τις ακρότητες της σχέσης), ενώ η μηχανή είναι ακριβώς μηχανή και περιέχει λάδια κι όχι «πνεύμα»; Κι εδώ περνάμε στο λεξιλόγιο: γιατί «μηχανή» -λέμε «μηχανή» τίποτ’ άλλο;

ΜΤ: Γιατί, δεν είναι;

ΓΚ: Μήπως παραείναι; Μήπως ο τρόμος μπροστά στη μοτοσικλέτα είναι μια «διατύπωση» του τρόμου μπρος στην κατεξοχήν μηχανή;

ΜΤ: Μηχανή είναι και η ξυριστική.

ΓΚ: Ωραία, ας το κοιτάξουμε από την αντίθετη όψη. Ο τρόμος μπροστά στη μηχανή είναι ίσως ο τρόμος μπροστά στην ανεξέλεγκτη μηχανή – αλλά, ταυτόχρονα, και ο τρόμος μπροστά στην οικείωση κάποιων με αυτό το απρόσιτο και επικίνδυνο πράγμα. Επιδεικνύει ο «μηχανόβιος» τέτοιαν οικείωση; Επιδεικνύει, δια της λατρείας της μηχανής του, την εξουσία του, την υποκατάσταση ενδεχομένως επί των δυνατοτήτων της; Πώς μιλάτε, όποτε αφηγείστε – όχι εσύ ειδικά, που είσαι κατεξοχήν συντηρητική…

ΜΤ: Εγώ διαφωνώ με το λεξιλόγιο.

ΓΚ: Ναι, αλλά εσύ πας, από ό,τι κατάλαβα, Γλυφάδα – Καισαριανή μέσω περιφερειακού για να απολαύσεις τη διαδρομή.

ΓΜ: Καθένας έχει λεξιλόγιο, δεν το καταλαβαίνεις; Υπάρχουν γλώσσες, όχι γλώσσα.

ΓΚ: Δεν αντιλέγω. Αλλά, στην περίπτωση που συζητάμε, με ενδιαφέρει η κωδικοποιημένη γλώσσα – η ιδιόλεκτος, για να την πούμε με το όνομά της: από πού
κατάγεται και τι έχει να πει για όσα μας απασχολούν.

ΓΜ: Γιατί πρέπει να μιλήσεις γι αυτή τη γλώσσα κι όχι για τη γλώσσα, π.χ., των κινηματογραφιστών;

ΓΚ: Εσείς θέσατε το θέμα. Εγώ απλώς σου επισημαίνω ότι μιλάτε γλώσσα κατά το ήμισυ ευθέως σεξουαλική και κατά το ήμισυ ηδονιστική με την έννοια της ψευδαίσθησης ή της παραίσθησης.

ΑΦ: Όλα αυτά τα πράγματα συμβαίνουν;

ΓΚ: Ναι, όλα αυτά συμβαίνουν στο γλωσσικό πεδίο. Κι επειδή εδώ δεν οδηγούμε μηχανή αλλά συζητάμε για τη μηχανή, μας ενδιαφέρουν.

ΔΠ: Τώρα εσύ ξέρεις τι κάνεις; Όπως είναι μερικοί άνθρωποι που πάνε στη δουλειά τους και διαβάζουν κάποια είδηση σχετική με το θέμα και λένε «κοίταξε, ρε, να δεις…»

ΓΚ: Δεν οδηγώ μηχανή, αυτό δεν θέλεις να πεις; Κοιτάξτε παιδιά, για να σχηματιστεί ένας κύκλος ομονοούντων χρειάζεται και κάποιος εκτός κύκλου, το ξέρω. Όμως δεν μιλώ ως μηχανόβιος κι ούτε ως δημοσιογράφος. Μιλώ ως παρατηρητής ενός φαινομένου, ως «αναγνώστης» του, κατά κάποιον τρόπο. Μιλάτε και σας ακούω. Οδηγείτε και σας βλέπω. Μιλάτε για το πώς οδηγείτε και πάλι σας ακούω. Μιλάτε με έναν συγκεκριμένο τρόπο – σας ενδιαφέρει αυτός ο τρόπος; Μήπως στον τρόπο αυτόν έχουν εγγραφεί, εξ αντιθέτου ενδεχομένως, τα προβλήματα που μας απασχολούν σ’ αυτήν τη συζήτηση; Και, στο κάτω κάτω, όλο κι όλο το θέμα της συζήτησής μας είναι γιατί το θέμα μας είναι θέμα προς συζήτηση. Αυτή η μετάβαση έχει σημασία, η μετάλλαξη που έχει υποστεί το θέμα «οδήγηση μοτοσικλέτας». Κι αυτή η μετάλλαξη έγινε μέσω μιας κοινωνικής ανάγνωσης του πράγματος. Ποια είναι η κοινωνική ανάγνωση από τους ίδιους τους «μηχανόβιους», ποια η κοινωνική ανάγνωση από τις εφημερίδες ή τον κατασταλτικό μηχανισμό; Αυτά τα θέματα είναι προς συζήτηση.

ΓΜ: Έχουν ειπωθεί. Δεν έχουν απαντηθεί επειδή -κατά τη γνώμη μου- δεν χρειάζεται να απαντηθούν. δεν είναι ανάγκη να απολογηθούμε σε κανέναν.

ΓΚ: Δεν μιλώ για απάντηση δίκην απολογίας.

ΓΜ: Αυτές οι έννοιες κατά κάποιον τρόπο είναι προκατασκευασμένες, είναι δηλ. από αλλού, δεν αφορούν κάποιο χώρο, αλλά είναι παραμορφωτικοί καθρέφτες αυτού του χώρου – και δεν χρειάζεται να απολογούμαστε συνεχώς αν είμαστε «μηχανόβιοι», αν μας αρέσει κλπ.ΓΚ: Δυο πράγματα θα σου πω, Γιώργο, και δεν θα επιμείνω στο θέμα γιατί ασφαλώς δεν πρόκειται να το εξαντλήσουμε. Το πρώτο είναι πως η αναγνώρισή σου μέσα από παραμορφωτικούς κανόνες δεν λύνει πρόβλημα, αλλά θέτει πρόβλημα: γιατί αξίζεις τον κόπο να παραμορφωθείς, γιατί εσύ, ο «μηχανόβιος», κι όχι ο οδοκαθαριστής; Το δεύτερο είναι πως κι εσύ ο ίδιος, αντί να παρακάμπτεις ή να αγνοείς την παραμόρφωση, ενέχεσαι σ’ αυτή. Μιλάς με όρους γενικούς κι επομένως ασαφείς. Ήδη συγκρίναμε τους «μηχανόβιους» με τους αναρχικούς. Λοιπόν, περί αναρχικών μιλά «ο κόκορας που λαλεί στο σκοτάδι», αλλά και «η μωβ σκιά Μαΐου» – κι όλοι αυτοί είναι αναρχικοί, έτσι δεν είναι, κύριε Χατζηδάκι; Αναρχικός σημαίνει διαμαρτυρόμενος – που σημαίνει ότι και ο Λούθηρος ήταν αναρχικός.

ΑΦ: Μα τι σχέση έχουν οι «μηχανόβιοι» με τους αναρχικούς;

ΓΚ: Ξέρω γω;

ΜΤ: Μήπως έχεις στο μυαλό σου όλα εκείνα τα πιτσιρίκια μέχρι τα 18, που δεν τους δίνει διέξοδο η κοινωνία, για ένα σωρό κοινωνικούς λόγους, και θέλει σώνει και καλά να τους εκτονώσει με τη σούζα και την γκαζιά; Γιατί τότε πια το πρόβλημα είναι κατεξοχήν κοινωνικό.

ΔΠ: Το θέμα είναι ότι αυτά που λέμε θα δημοσιευτούν. Ποιοι θέλουμε να τα διαβάσουν: αυτοί που καβαλάνε μηχανή για να πάνε στη δουλειά τους, αυτοί που καβαλάνε μηχανή για να τους ανάψουν τα λαμπάκια ή αυτοί που δεν καβαλάνε μηχανή; Ανάλογα θα δούμε ποιες πληροφορίες θα διαμορφώσουμε. Γιατί, σε λιγότερο από δέκα τόμους, δεν μπορούμε να εκφράσουμε όλο το φάσμα του τι μπορεί να κάνει ή να νιώσει κανείς με μια μοτοσικλέτα.

ΑΦ: Εγώ πιστεύω πως συζητάμε ένα ανύπαρκτο θέμα, απλώς ένα θέμα που πουλάει σαν θέαμα. Δεν βρίσκω καμιά ιδιαιτερότητα, εκτός από το ότι ο μοτοσικλετιστής βάζει τη ζωή του διαρκώς σε κίνδυνο.

ΔΧ: Τελείως ταξιτζίδικη άποψη, Αχιλλέα. Γιατί ο μοτοσικλετιστής που βιώνει τη μοτοσικλέτα αναπτύσσει μαζί της μια σχέση που δεν είναι ίδια από τη μέρα που αγοράστηκε η μοτοσικλέτα από την έκθεση, αλλά εξελίσσεται. Από κει και πέρα θα κοιτάξουμε πού μπορεί ο κόσμος να τη δει στο βαθμό που εξελίσσεται.

ΑΦ: Και σε ρωτάω τι διαφορετικό έχει αυτή η περίπτωση ατόμου από το άτομο που αγοράζει αυτοκίνητο ή στερεοφωνικό.

ΔΧ: Δεν εξελίσσεται σαν ακροατής στερεοφωνικού, Αχιλλέα.

ΔΠ: Μπορείς να συνειδητοποιήσεις ότι ένας άνθρωπος μπορεί, με 30-40 χιλιάδες μόνο, να βρει μεταφορικό μέσο και να πηγαίνει όπου θέλει; Όλοι το έχουμε ξεχάσει αυτό. Κι όμως αυτή είναι η ιδιαιτερότητα, διάβολε! Δεν μπορεί να αγοράσει αυτοκίνητο ο πιτσιρίκος. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι, πέρα από την επίδειξη και την όχληση, υπάρχει κάτι βαθύτερα υγιές: η μοτοσικλέτα είναι το μοναδικό μεταφορικό μέσο που μπορεί να έχει ένας νέος χωρίς οικονομικούς πόρους. Από κει ξεκινά η σχέση, που μπορεί να διαρκέσει για όλη του τη ζωή, για λόγους που δεν αναφέραμε καν εδώ. Λέμε: κινδυνεύεις στη μοτοσικλέτα κλπ. Και τα ωραία της;

ΔΧ: Ναι, ρε συ Δημήτρη. Τελειώνουμε τη συζήτηση κι αφήσαμε απέξω τελικά το πιο σπουδαίο: πώς μπορείς να «τη βρεις» με τη μοτοσικλέτα.

navigate by resistance

Αρέσει σε %d bloggers: