Κυνηγώντας τον Ήλιο (Νορβηγικά φιόρδ, Βόρειο Ακρωτήρι) – μέρος 3

Ένα οδοιπορικό 24 ημερών στη Σκανδιναβική χερσόνησο. 10.500 χιλιόμετρα στο δρόμο μέχρι το βορειότερο σημείο της Ευρώπης, 23 Ιουλίου με 15 Αυγούστου 2010.

Μέρος 3ο: Voringsfossen, Flam, Aurlandfjord, Sognefjord

Για το 1ο μέρος και το χάρτη του ταξιδιού, κλικ εδώ

Για το 2ο μέρος κλικ εδώ

29 Ιουλίου, Roldal – Flam, χλμ ημέρας : ~ 260

Το διαμέρισμα λειτούργησε καταπραϋντικά προς τη διάθεση μας. Ψιλοανανεωμένοι ξεκινήσαμε το επόμενο πρωί, αλλά ξανά με αρκετή καθυστέρηση, έχει πάει σχεδόν 11 … δεν βγαίνει έτσι . Δεν έχουμε καταφέρει να ξεκινήσουμε κανένα πρωί στην ώρα μας. Σωρευτικά, αν προσθέτεις κάθε μέρα 1 ώρα καθυστέρηση σε ένα ταξίδι 24 ημερών αυτό αλλάζει πολύ τα σχέδια .

Η εικόνα των καταρρακτών γίνεται κανόνας σε κάθε επαρχιακή διαδρομή της Νορβηγίας … όσο μπορούμε παραμένουμε σε επαρχιακούς δρόμους, είναι πάντα οι καλύτεροι

Και σαν να μην έφταναν τα τόσα νερά που βλέπαμε, είτε με τη μορφή φιορδ, είτε με τη μορφή καταρρακτών, είτε απο τη ντουζιέρα του γκρίζου νορβηγικού ουρανού, βάζουμε πορεία για τον μεγάλο καταρράκτη Voringsfossen.  Μια ιδέα για το μέγεθος του παίρνετε στην επόμενη φωτό από τη σύγκριση με το ξενοδοχείο στη κορυφή όπως και από τα χρωματιστά πίξελς στη κάτω αριστερή γωνία. Ανθρωπάκια που κατέβηκαν το μονοπάτι για να δουν από κοντά το νερό να πέφτει για περίπου 182 μέτρα.

Voringsfossen

Φεύγουμε από το Voringsfossen γυρνώντας πίσω απο τον ίδιο δρόμο απο τον οποίο ήρθαμε. Ξαναπερνάμε το κλειστοφοβικό, σπιραλοειδές τούνελ στο βουνό. Κανονικό σπιράλ, μέσα στο βουνό. Εντυπωσιακό αφενός, τρομακτικό και αγχωτικό αφετέρου. Παλιό άνοιγμα, τα τείχη του τούνελ είναι το βράχωμα του βουνού χωρίς τσιμεντοκονίαμα, στάζει νερό παντού, η συνεχόμενη στροφή είναι ατελείωτη.

Αράζουμε σε ένα κιοσκι για μεσημεριανό. Για να ρίξεις το κόστος του ταξιδιού στη Νορβηγία, αυτή η διαδικασία είναι υποχρεωτική. Ψώνια από supermarket σχεδόν καθημερινά και όταν πιάσει πείνα σταματάς στην άκρη και ετοιμάζεις. Εστιατόρια και τα σχετικά ξεχάστε τα, εκτός και να τα γιούρος πέφτουν από τα μπατζάκια. Η φθηνότερη αποδεκτή λύση για έτοιμο φαγητό είναι τα φαστφουντ και τα βενζινάδικα. Μπέργκερς με ~ 10 ευρώ, χοτντογκ ~ 5 ευρω. Σε αυτό το ταξίδι πρέπει να έφαγα όσους ζεστούς σκύλους δεν έχω φάει σε όλη μου τη ζωή. I’m not shitting you…

Επιβλητικά τοπία παντού, επιβλητική Νορβηγία

Μόνο 260 χλμ εκείνη τη μέρα. Κάτι το αργοπορημένο ξεκίνημα, κάτι το στενό στροφιλίκι της διαδρομής που μας υποχρέωσε σε χαμηλή μέση ωριαία, δεν βγήκαν τα χιλιόμετρα … ξανά.  Απο την άλλη όμως δεν θέλαμε να επαναληφθεί και το βατερλώ της προηγούμενης μέρας όπου αναζητούσαμε μέρος να μείνουμε όπως οι περιπλανόμενοι στην έρημο ψάχνουν για μια όαση, οπότε κατά τις 8 αρχίσαμε να έχουμε το νου μας για camping. Καταλήξαμε στο Flam, στην απόληξη του Aurlandfjord.

Camping at Flam

30 Ιουλίου, Flam – Byrkjelo, χλμ ημέρας : ~ 320

Οι Νορβηγοί εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι τα φιόρδ επικοινωνούν με την ανοικτή θάλασσα και κάνουν τούρ με κρουαζιερόπλοια. Από κοντά το Queen Mary 2, στη προβλήτα του Flam. Με το πρώτο αντίκρυσμα το πρωί, από το camping, μείναμε λίγο μλκες. Είναι αλλιώς να το βλέπεις στη φωτό και αλλιώς ζωντανά μέσα στο στενό φιόρδ. Και σίγουρα ένα τουρ θα είναι πολύ ενδιαφέρον, αλλά δεν είχαμε χρόνο για τέτοια.

Ξεστήνουμε, μαζεύουμε και κατεβαίνουμε στο χωριό για να πάρουμε τα ψώνια της ημέρας. Καθώς πάμε να φύγουμε ο παπ δίνει σήμα τέλους για το τρανσάλπ. «Τι έγινε ρε?» «Έκοψε ντίζα συμπλέκτη». Αναμενόμενο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία …

Κοιτάζοντας τη, η ντίζα δε φτιαχνόταν. Ήταν ήδη δανεική από άλλο μικρότερο μηχανάκι και εκεί που είχε κόψει για να μαζευτεί και να ξαναπιαστεί θα τραβούσε διαρκώς το συμπλέκτη. Άσε που θα ξαναέκοβε αργά ή γρήγορα. Οι επιλογές ήταν απλές:  a) αναζήτηση συνεργείου-μαγαζιού για αλλαγή κοντά, να πεταχτούμε γρήγορα σπρώχνοντας ή πηγαίνοντας το «πατάκι» ή έστω να πάρουμε τη ντίζα να τη βάλουμε εμείς, b) σε περίπτωση που αυτό δεν γινόταν, οδική βοήθεια προς την κοντινότερη πηγή ανταλλακτικού και συνεργείου.

Μιλάω με 2 τύπους που ξεφόρτωναν εμπορεύματα σε διπλανό μαγαζί. Συνεργείο κοντά? No, the closest you MIGHT find would be in Voss. Χμ… 70 χλμ στροφιλίκι. Πήγαινε – έλα ένα 3ώρο και ΑΝ υπάρχει κάτι. Προσωπικά δεν πίστευα ότι θα βρεθεί κάτι, το Voss δεν είναι και πολύ μεγαλύτερο από το κωλοχώρι Flam.

“Otherwise, MAYBE in Bergen” … Xμμμ 2η φορά. 170 χλμ στροφιλίκι προς την αντίθετη κατεύθυνση που πάμε, καλά κρασιά. Ο pap βρίσκει από ιντερνετ καφέ τηλέφωνα για 5-6 μαγαζιά στην ευρύτερη περιοχή. Κανείς δεν έχει ντίζα, θα πρέπει να γίνει παραγγελία και αναμονή 5-6 ημερών (ή και παραπάνω). Υποθέτω ότι αυτά τα 5-6 μαγαζιά θα ήταν σε ακτίνα έως το Bergen. Αν δεν υπάρχει ντίζα μέχρι το Bergen που είναι η 2η μεγαλύτερη πόλη της Νορβηγίας, πιάσε το αυγό και κούρευ’το! Και όταν λέμε 2η μεγαλύτερη, μη πάει το μυαλό σας μακριά, 260.000 κάτοικοι.

Όταν 98 στους 100 μηχανόβιους στη Νορβηγία καβαλούν Χαρ-χάρ-χαρλευ και όταν η μοτοσικλετιστική ζωή εδώ πάνω κρατά με το ζόρι 3-4 μήνες το χρόνο, μου φάνταζε απόλυτα φυσιολογικό να μην υπάρχει ντίζα συμπλέκτη σε στοκ. Διάολε, μπορεί να μην είχε πουληθεί και ποτέ τρανσάλπ εδώ πάνω.  Το μόνο σίγουρο ήταν πως όσο πιο βόρεια πάμε, με το πολιτισμό να αραιώνει σταδιακά, δεν μας έπαιρνε να ρισκάρουμε με μια πρόχειρη λύση η οποία απλά θα παρέτεινε την επόμενη ακινητοποίηση, με απόδοση 1.02.

Από τη μια πρέπει να βρεθεί λύση από την άλλη είμαστε μπροστά σε μια 2η ολόκληρη μέρα χαμένη. Η ώρα είναι ήδη 12 και καθόμαστε και κοιτάμε το τρανσαλπ.  Με τα πολλά αποφασίζουμε να συνεχίσουμε εγώ και ο Ηλίας, ενώ ο pap θα έκανε το μόνο λογικό. Θα περίμενε οδική η οποία θα τον πήγαινε … όπου τον πήγαινε, και εφόσον λυνόταν το πρόβλημα θα μας έπιανε ακολουθώντας άλλο πιο σύντομο δρόμο.

Ανηφορίζοντας την Aurlandvegen

Ηλίας :

Βλέπω τον Γιάννη να έρχεται. Το ύφος δεν προμηνύει κατι καλο.»Εμεινε ο Παπ». «Πως; Απο τί;» «Απο ντίζα»

Παύση. Πολλά περνάνε εκεινη την ώρα στο μυαλό. Βλάβη ειναι, σε όλους θα συνέβαινε, αλλα αυτή ήταν, πως να το πώ, τη βλέπαμε να ‘ρχεται. Σκέφτομαι την αναποδιά, την περαιτέρω καθυστέρηση, τον Γιάννη να μη λέει πολλά αλλα να ξέρω οτι μεσα του βράζει, σκέφτομαι τον Παπ, που ξέρω οτι θα νιώθει πολύ άσχημα γιατι κι αυτός το ηξερε οτι μπορεί να συνεβαινε. Ηταν κατι που όλοι φοβομασταν, η ντιζα ηταν απο άλλο μηχανακι. Ανεβα-κατεβα στο στροφιλίκι, συχνές αλλαγες, τα ‘φτυσε.

Η ώρα, όπως σε τέτοιες φάσεις, περναει γρήγορα, αλυπητα. Κοντεύει 12. Τί κάνουμε; Μινι συμβούλιο. Είμαστε ήδη πισω κι αν χαθει η σημερινη μερα το όλο εγχείρημα κινδυνεύει. Δυσκολες στιγμές. Ψυχραιμία, μια λάθος κουβέντα και μπορεί να δώσει τη σπιθα να τιναχτούν όλα. Πρέπει να συνεχίσουμε εμείς, άλλωστε ήταν κατι που το είχαμε πει εξ’ αρχης και το είχε πει κι ο Παπ, «μαγκες αν κατι συμβει στο μηχανακι και δεν τη βγαζω, συνεχίζετε, να ‘μαστε ξεκάθαροι».

Μεγάλη και τίμια κουβέντα, αλλα εύκολα την ακους στο ήρεμο κατάστρωμα ενος πλοίου στη ζέστη της Αδριατικής. Δυσκολα τη λες, ή την πραγματοποιείς, τόσα μιλια βορειότερα, εκει που δεν ξέρεις πού να κινηθείς. Τι κάνουμε;  Όλοι το σκεφτόμαστε, αλλα κανενας δεν το λέει. Δινει τη λύση ο Παπ «φυγετε μαγκες, όπως το ‘χαμε πει, θα δω τι θα κανω». Αγωνία, στεναχώρια αλλα – το ομολογώ – και ανακουφιση. Δεν μπορούμε να κανουμε κατι εκει και το να χασουμε άλλη μια μερα δε θα μας βοηθησει.

Μπροστά μας είχαμε να διαλέξουμε μεταξύ δυο δρόμων. Ο ένας οδηγεί στο μεγαλύτερο τούνελ της Ευρώπης μήκους ~25 χλμ, το Laerdal tunel. O άλλος δρόμος οδηγεί πάνω από το βουνό και είναι η παλιά διαδρομή Aurlandvegen, πριν ανοιχτεί το τούνελ. Από εκεί θα είχαμε θέα προς το Aurlandfjord, απο το τούνελ όχι. Επιπλέον, σε 25 χλμ στεγασμένης ευθείας θες να αυτοκτονήσεις.

Tο Aurlandfjord, αλλά η καλύτερη θέα είναι λίγο ψηλότερα

Φτάνουμε κάποια στιγμή σε ένα σημείο όπου για να θαυμάσεις το Aurlandfjord έχουν φτιάξει μια εξέδρα η οποία εκτείνεται στο κενό.

… αρκετά ψηλά …

Λίγο η ενδιαφέρουσα στριφτερή διαδρομή, λίγο η ομορφιά του σημείου, μας έκαναν να ξεχάσουμε τον εκνευρισμό της ημέρας και να χαλαρώσουμε λίγο.

Time to go. Ανεβαίνουμε και μετά από λίγο βρισκόμαστε σε ένα υψίπεδο άγονο, αφιλόξενο, λίγο απόκοσμο, λίγο αρκτικό. Κάνει κρύο (~ 10 C), φυσάει, δεξιά και αριστερά ξεπροβάλλουν σιγά σιγά χιόνια και αργότερα παγετώνες.

H αίσθηση του “no man’s land” γίνεται έντονη. Όση ώρα οδηγούμε εδώ πάνω, έχουμε συναντήσει ελάχιστα αυτοκίνητα, ενώ η απεραντοσύνη της έκτασης δεν πιάνεται στη φωτογραφία.

Aurlandvegen

Kοιταζόμαστε με τον Ηλία … «που πάμε ρε μαλάκα? Τι μέρος είναι αυτό? Που έχουμε έρθει?». «Πόσο βόρεια είμαστε? Μα δεν είμαστε πολύ. Ακομα νότια Νορβηγία βρισκόμαστε.» Δλδ πιο πάνω πως γίνεται το μέρος?

«Tι ώρα είναι?» «1 κάτι» «καταμεσήμερο, τι κρύο! Πόσο ψηλά είμαστε?» «όχι πολύ, γύρω στα 500 μέτρα».

Έχεις την αίσθηση ότι είσαι πολύ πιο ψηλά. Αντίστοιχα τοπία συναντάς στις Άλπεις σε υψόμετρα πάνω από τα 2.000. Διασχίσαμε αυτή τη περιοχή και όταν πλέον κατεβήκαμε στο επίπεδο της θάλασσας η θερμοκρασία επανήλθε σε πιο φυσιολογικά επίπεδα (δλδ κάπου στους 13-14 C).

Κατευθυνθήκαμε προς το επόμενο φέρυ που θα μας οδηγούσε στην αρχή του δρόμου 55 και το Sogneford, το μεγαλύτερο φιορδ της Νορβηγίας και το 2ο μεγαλύτερο του κόσμου (το 1ο είναι στη Γροιλανδία). Έχει μήκος 20ο χλμ ενώ ο βυθός του φτάνει μέχρι και τα 1300 μέτρα σε βάθος.

Φωτογραφίες απο το Sognefjord δεν υπάρχουν. Δεν ήταν εντυπωσιακό, τουλάχιστον για το τμήμα που διαγράφει ο δρόμος 55. Ίσως μετά να είχε όμορφα σημεία. Αλλά εμείς είχαμε αρχίσει ήδη από τα μισά του δρόμου να τρέχουμε να ξεφύγουμε από τη πιο ξεγυρισμένη βροχή μέχρι εκείνη τη στιγμή στο ταξίδι. Άρχισε απότομα και τη πάτησα σαν πρωτάρης αφού δεν έβαλα το αδιάβροχο σκεπτόμενος ότι θα κρατήσει για κάνα 5λεπτο. Όχι μόνο δε σταμάτησε αλλά στο χρόνο αυτό είχε ρίξει τόσο νερό που το μπουφάν είχε ποτίσει ολοκληρωτικά, η εσωτερική αδιάβροχη επένδυση τα έβρισκε σκούρα, ένιωθα το νερό παντού πάνω μου και πλέον ήταν πολύ αργά για να σταματήσω για να βάλω από πάνω το αδιάβροχο.

Το πρόγραμμα είχε πάει σκάρτο ήδη πριν το Sognefjord. Τα χλμ που βγάλαμε το βράδυ μετά τη πεζοπορία στο preikestolen δεν ήταν πολλά. Δεν αντιστοιχούσαν ούτε σε μισή μέρα. Σήμερα, στο Flam χάσαμε άλλη μισή πριν καν ξεκινήσουμε. Και τώρα, απόγευμα ακόμα, είμαστε σταματημένοι κάτω από μια στάση λεωφορείου, σαν τις βρεγμένες γάτες, δεν έχουμε φάει τίποτα, έχει 11 C, τρέμω, έχω νεύρα, έχω απελπιστεί και δεν έχουμε κάνει ούτε τα μισά χλμ από όσα θα έπρεπε.

Χοντρικά, είμαστε δυο μέρες πίσω και είμαστε ακόμα στο 1/3 της Νορβηγίας. Eκεί ήταν η χειρότερη στιγμή του ταξιδιού. Το πόσο χάλια αισθανόμουν δεν περιγράφεται. Έχουμε αφήσει πίσω το Γιώργο να τα βγάλει πέρα μόνος του. Έχουμε χάσει 2 μέρες από το ταξίδι. Έχουμε ένα καιρό που μας γαμάει κανονικά. Έχουμε ακόμα 2 φορές τόσο να κάνουμε και είμαστε ήδη σε τέτοια χάλια ?

Αν ο ρυθμός μας δε βελτιωθεί – πως, με τέτοιες συνθήκες? – την έχουμε κάτσει τη βάρκα. Και θα αναγκαστούμε να ξεχάσουμε διαδρομές από τις αρχικά σχεδιασμένες και το budget θα πάει περίπατο γιατί με τέτοιο κρύο και βροχή κάθε μέρα δεν κάθεσαι να σκέφτεσαι τη τσέπη σου και το φθηνό κάμπινγκ. Aν ο καιρός χειροτερέψει βορειότερα? Δηλαδή, θεωρητικά ακόμα στη νότια χώρα είμαστε και χτυπάει για πλάκα 11-14 βαθμούς κάθε μέρα, πιο πάνω τι θα γίνει? Eίχα διαβάσει ότι τα καλοκαίρια της Νορβηγίας παίζουν από 10 μέχρι 25, όπου προφανώς τα 25άρια αντιστοιχούσαν στο νότο και τα 10άρια στο βορρά. H προετοιμασία μας ήταν ανάλογη. Όχι για 11 στο νότο και πόσο πιο κάτω στο βορρά?

Ο Γιώργος τι να κάνει άραγε? Έβγαλε άκρη?

Πεινάω, δεν έχουμε φάει τίποτα …

Κρυώνω …

Στάζω …

Τι ώρα είναι?

Αφού συνήλθαμε κάπως, ξεκινήσαμε και μετά από λίγο άρχισε να επαναλαμβάνεται το σκηνικό της προχτεσινής μέρας. Πουθενά κάμπινγκ και η βροχή ανελέητη. Και πιέζουμε. Και προχωράμε. Rewind και replay το σκηνικό από το preikestolen μεχρι το Roldal. Ταμπέλα για κάμπινγκ δεξιά. Το δεξιά βγάζει σε χωριό και κάμπινγκ πουθενά. Γυρνάμε πίσω… Δεν το πιστεύω αυτό που γίνεται… κάποιος μας κάνει πλάκα. Και συνεχίζουμε… Πρέπει να έχει βραχεί μέχρι και το συκώτι μου… Αλλά αυτό που δεν μπορώ με τίποτα είναι η αίσθηση των ποδιών μου να κολυμπούν μέσα στο νερό, μέσα στις μπότες. Τα ρούχα τα απλώνεις και στεγνώνουν. Οι μπότες όμως δε στεγνώνουν εύκολα…

Κάμπινγκ μπροστά μας! Ξυπνάω, τεντώνομαι πάνω στη μηχανή. Επιτέλους. Και καθώς πάμε προς τη ρεσεψιόν βλέπω το ταμπελάκι που έχει κρεμάσει απ’ έξω «no cabins free”. Θα τα εξαντλήσουμε τα περιθώρια, δεν παίζει να στήσουμε σκηνή. Έχει βραχεί το σύμπαν, πρέπει να στεγνώσουμε κορντούρες . Ο τύπος στη ρεσεψιόν δίνει πληροφορία στον Ηλία ότι λίγο πιο κάτω υπάρχει μια πανσιόν.

Ο Ηλίας χτυπάει τη πόρτα και η συμπαθητική γιαγιά του λέει τα ευχάριστα. Δωμάτιο για 2 οκ. Μηχανάκια από πίσω, ανεβαίνουμε, απλώνουμε τη φυσική μπουγάδα πάνω σε ότι βρίσκουμε. Σε ένα καναπέ, σε δυο καρέκλες, σε κρεμάστρες, στο τραπεζάκι, στο περβάζι του παραθύρου. Μέσα σε 10 λεπτά το πάτωμα του δωματίου θύμιζε μπάνιο. Όλο το βράδυ να μαζεύαμε με σφουγγαρίστρα τα νερά, δε θα τελειώναμε.

Κοιτάζω τις μπότες μου. Οι Sidi στο παρελθόν με έβγαλαν στεγνό μετά από πολλές βροχές, σε πολλές βόλτες και ταξίδια. Αθήνα – Θεσσαλονίκη διαρκώς υπο βροχη και δεν έμπασαν ποτέ σταγόνα. Τι είχε συμβεί τώρα? Από τη χρήση στη πίστα είχαν φαγωθεί αρκετά στο σημείο μπροστά από τη ξύστρα. Εκεί είχαν κάνει μια μικρή τρύπα στο μέγεθος κεφαλιού καρφίτσας. Τόσο μικρή που μόνο αν την έψαχνες θα την έβρισκες αλλά αρκετή για να μη κρατάει έξω το νερό… Τη γάμησα… με βρεγμένα πόδια όλο το υπόλοιπο ταξίδι ?

Τηλέφωνο από τον pap. Έβαλε ντίζα ποδηλάτου, πήρε και καβάτζα, και όσο αντέξει. Του λέμε που είμαστε, παίρνει το συντομότερο δρόμο αποφεύγοντας όλο το κύκλο που κάναμε εμείς για να δούμε το sognefjord και φτάνει.

Ηλίας:

Πανσιον λεει ο Νorgeman, πηγαινουμε στο χωριο, βλεπω ενα σπιτι, όχι στην πρωτη νιότη. Χτυπαω, ερχεται μια φαφουτα νορβηγίδα, πολύ περαν της τέταρτης νιότης. Λειπουν δόντια, το σπιτι μυρίζει περίεργα, Β&Β ειναι, αλλα εμείς πειναμε και κρυώνουμε.  Συνεννοηση, λογική τιμή απλώνουμε το βιος μας κι όσο στεγνώσει. Ο Γιαννης αμιλητος, κοιτάει το χαρτη, κοιτάει το παραθυρο και τις σταγόνες να σκανε στο τζάμι. «Δε βγαίνει, τί θα κάνουμε;» «Δεν ξέρω, θα δουμε, υπομονη».

Ψυχραιμία, να φαμε κατι ζεστό, να ξεκουραστούμε, να στεγνώσουμε και θα δουμε αύριο.  Αραζουμε, τηλέφωνο ο Γιώργος, εχει βαλει την ντιζα ποδηλάτου κι εχει ανεβει τη διαδρομη. Ειναι σ’ ενα χωριο που περάσαμε πιο πριν. Ειναι πολύ κοντά, λογικά θα έρθει να μας βρει, πρέπει να έρθει τί άλλο να κανει; Ερχεται, τρίτο κρεβατι υπήρχε, η γριά ανεβαζει την τιμή αλλα τελικά μας έρχεται λιγότερο. Είμαστε και οι τρεις σε περίεργο mood, παλι πρεπει να προσέξουμε μη σκάσει η σπιθα.

Κατεβαινω στην κουζινα να βρασω λιγο ρυζι. Το λέω στη γρια, μου δίνει ενα κατσαρολικο κι έρχεται προς το μέρος μου κρατώντας ενα μεγαλο γαλλικο κλειδί.  Misery, Psycho, the shining κι αλλα τετοια θριλερ περνάνε στιγμιαία απ’ το μυαλό μου, πρέπει ασυναίσθητα να οπισθοχώρησα λιγο.  Το κλειδί το θέλει για να ανοιξει το ματι της κουζίνας. Η ζωη ειναι πιο πεζή τελικα. Τρώμε, ανορεχτα, αμίλητοι. Υπνος βαθυς ( = ροχαλητα). Η μέρα πέρασε, δεν ξέρουμε τί θα κάνουμε αύριο.

(για το 4ο μέρος, κλικ εδώ)

 

30 Ιουλίου, Flam – Byrkjelo, χλμ ημέρας : ~ 320 Οι Νορβηγοί εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι τα φιόρδ επικοινωνούν με την ανοικτή θάλασσα και κάνουν τούρ με κρουαζιερόπλοια. Από κοντά το Queen Mary 2, στη προβλήτα του Flam. Με το πρώτο αντίκρυσμα το πρωί, από το camping, μείναμε λίγο μλκες … Είναι αλλιώς να το βλέπεις στη φωτό και αλλιώς ζωντανά μέσα στο στενό φιόρδ. Και σίγουρα ένα τουρ θα είναι πολύ ενδιαφέρον, αλλά δεν είχαμε χρόνο για τέτοια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s