la-higuera-9690

Αναζητώντας τον Che

Το πρωί της 9ης Οκτωβρίου αναχωρήσαμε από το Sucre με αρκετή καθυστέρηση λόγω διαμαρτυρίας στο κέντρο από ιθαγενείς που ζητούσαν παροχές και υποδομές για τα απομακρυσμένα χωριά τους. Έχοντας χάσει όλο το πρωινό σκεφτήκαμε να πηγαίναμε μόλις μέχρι το Tarabuco 65 χιλιόμετρα ανατολικότερα και να αφιερώναμε λίγο χρόνο εκεί μιας και το χωριό φημίζεται για τη πολύχρωμη κυριακάτικη αγορά του. Αλλά ήταν Τρίτη και φτάνοντας δεν συναντήσαμε τίποτα που να μας τραβήξει το ενδιαφέρον, έστω και λίγο. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, οι χωρικοί ελάχιστοι. Αλλάξαμε πλάνο και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε μέχρι να τελειώσει η άσφαλτος, να διανυκτερεύσουμε κάπου εκεί και την επόμενη να αρχίζαμε φρέσκοι σε χωμάτινη διαδρομή.

Οι χάρτες που είχαμε δεν ήταν σωστά ενημερωμένοι όμως. Αλλιώς υπολογίζαμε τα ασφάλτινα χιλιόμετρα και άρα τους χρόνους μας και αλλιώς μας βγήκαν. Βρεθήκαμε έτσι μεσημέρι στο χωριό Tomina όπου και πάλι τίποτα δεν κατάφερε να κεντρίσει τη προσοχή μας. Έπρεπε να αποφασίσουμε αν θα λήγαμε εκεί τη μέρα ή αν θα προχωρούσαμε, ζυγίζοντας τα δεδομένα. Το βασικότερο, η Έλενα δεν αισθανόταν καλά έχοντας κράμπες στο στομάχι. Έπειτα, η διαδρομή ήταν ήδη χωμάτινη και αυτό δεν θα την βοηθούσε εάν θα έπρεπε να υπομείνει για αρκετές ώρες το ταρακούνημα σε πέτρες και λακκούβες. Τέλος, η περιοχή από την Tomina και μετά ήταν ολίγον … αχαρτογράφητη! Ξέραμε – σε γενικές γραμμές – που θέλαμε να πάμε, όμως κανείς από τους 3 διαφορετικούς χάρτες που είχαμε στο GPS δεν είχε μια σαφή απεικόνιση για το τι μας περίμενε, ενώ και οι πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει από το ίντερνετ πριν ξεκινήσει το ταξίδι για εκείνη την επαρχία ήταν ομιχλώδεις. Υπολόγιζα έτσι στο περίπου τις αποστάσεις και βασιζόμουν στο γεγονός ότι υπήρχαν ονόματα οικισμών στο GPS, οπότε κάποια άκρη θα την βγάζαμε.

Η Έλενα έδωσε το πράσινο φως και έτσι κατά τις 14:00 χωθήκαμε στη υποτροπική ζώνη της κεντρικής Βολιβίας πιστεύοντας ότι θα φτάναμε στην La Higuera πριν νυχτώσει. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια μικρή περιπέτεια! Υπολογίζαμε μέχρι το χωριό εκείνο 120 χιλιόμετρα, σε αγνώστου κατάστασης χωματόδρομο. Αν μπορούσαμε να κρατήσουμε μια μέση ωριαία 30 χ.α.ω. θα φτάναμε ίσα ίσα πριν πέσει η νύχτα. Ο χωματόδρομος αποδείχθηκε βατός, όμως η απόσταση δεν ήταν όπως την είχαμε υπολογίσει. Ανεβήκαμε και κατεβήκαμε βουνά με τη βλάστηση να οργιάζει σε κάποια τμήματα. Ήμασταν σε ένα διαφορετικό πλανήτη σε σχέση με το νοτιοδυτικό ερημικό altiplano με τις όψεις της κορδιλιέρας Oriental να γεμίζουν τον ορίζοντα από άκρη σε άκρη. To υψόμετρο ήταν χαμηλό, κάτω από τα 1000 μέτρα και η υγρασία σε συνδυασμό με την έντονη ζέστη πια, έκαναν την οδήγηση μια καθόλου ευχάριστη διαδικασία. Μετά από 1 ώρα περίπου, σε ένα οικισμό ρωτήσαμε για την La Higuera. Μας είπαν 3 ώρες. Στην ερώτηση για πόσα χιλιόμετρα, μας απάντησαν ξανά «3 ώρες». Μια ώρα αργότερα διασταυρωθήκαμε με 2 αναβάτες, τον Vadim και τον Artia, καβάλα σε 250άρια κινέζικα εντούρο που πήγαιναν στην αντίθετη κατεύθυνση με μας. Ερχόντουσαν από την Higuera και μας είπαν ότι απείχε … 3-4 ώρες! Έμοιαζε λες και η απόσταση αντί να μικραίνει, να αυξανόταν. Η νέα πληροφορία από τους δίτροχους ταξιδιώτες μας τοποθετούσε στον επιθυμητό προορισμό μας μετά τις 19:00, δηλαδή έχοντας νυχτώσει πλέον, εάν καταφέρναμε να τον βρούμε. Ο ήλιος έδυε στις 18:00 αλλά εξαιτίας των ψηλών βουνοκορφών στα δυτικά μας, το φως θα χανόταν πολύ γρήγορα. Βρισκόμασταν στη κοιλάδα του Rio Grande και είχαμε, για άλλη μια φορά σε αυτή τη χώρα, άγνωστο αριθμό χιλιομέτρων να καλύψουμε και τουλάχιστον ένα ακόμα βουνό να ανεβούμε, ο καιρός έκλεινε, ενώ ταξιδεύαμε σε αχαρτογράφητα νερά! Η La Higuera δεν υπήρχε σε κανέναν από τους 3 χάρτες του GPS, όπως δεν υπήρχε και καμία ένδειξη δρόμου. Eίχαμε μόνο συντεταγμένες τις οποίες είχα βρεί κατά το στάδιο προετοιμασίας του ταξιδιού και έλπιζα να είναι σωστές. Για τις επόμενες 3 ώρες το GPS μας έδειχνε ότι διαρκώς βρισκόμασταν 10 με 12 χιλιόμετρα μακριά από το χωριό φάντασμα, σε ευθεία γραμμή αφού δρόμος δεν υπήρχε καταγεγραμμένος στους ψηφιακούς μας χάρτες, και εμείς κινούμασταν κυκλικά με τη φορά των δεικτών του ρολογιού με τα χιλιόμετρα πλέον να μοιάζουν ατελείωτα. Επιπλέον είχαμε ξεμείνει από νερό, μη έχοντας υπολογίσει την ζέστη και την ακατάσχετη δίψα που αυτή μας προκαλούσε και από τροφή κουβαλούσαμε μόνο 2-3 φρούτα.

Καθώς η μέρα έσβηνε η θερμοκρασία έκανε βουτιά και εμείς από τη ζέστη βρεθήκαμε στο κρύο, στο σκοτάδι και υπο την απειλή τροπικής βροχής βλέποντας προς τη γενική κατεύθυνση στην οποία – πιστεύαμε – ότι έπρεπε να πάμε τον μαύρο ορίζοντα να φωτίζεται από αστραπές οι οποίες έπεφταν με ρυθμό δευτερολέπτων. Κάπου εκεί, υπό όλες αυτές τις συνθήκες, η αίσθηση ότι είμαστε χαμένοι στη ζούγκλα της Βολιβίας κυριάρχησε και η σκέψη ότι εντός ολίγου θα αναγκαζόμασταν να οδηγούμε νυχτιάτικα το βαρυφορτωμένο GS σε λασπουριά δεν έδινε πολύ κουράγιο. Έλεγα από μέσα μου ότι το να στήσουμε τη σκηνή κάπου εκεί τριγύρω δεν θα ήταν καθόλου καλή ιδέα αν μια τροπική καταιγίδα ερχόταν προς το μέρος μας. Ταυτόχρονα ανησυχούσα για την Έλενα η οποία ωστόσο δεν διαμαρτυρόταν. Ευχόμουν μόνο να μην χειροτερέψει η κατάσταση της εκεί που βρισκόμασταν γιατί τότε τα πράγματα θα ήταν ζόρικα. Κατά τις 19:00 στα μαύρα σκοτάδια (θα ορκιζόμουν ότι ήταν μεσάνυχτα) διακρίναμε διασταύρωση και μια ξύλινη ταμπέλα που έγραφε «Ruta del Che» και λίγο πιο πέρα είδαμε τη φιγούρα ενός καβαλάρη να ξεπροβάλει σαν φάντασμα μπροστά μας. «Senor, donde esta La Higuera?» τον ρώτησα. Μας έδειξε να συνεχίσουμε στη πορεία μας φωνάζοντας «veinte, treinte minute».

blogRS-1838

Ruta del Che! Μα αυτός ήταν ο στόχος μας και πάνω σε αυτό το δρόμο κινούμασταν τόση ώρα χωρίς να ήμαστε σίγουροι! Όταν μετά από μισή ώρα φτάσαμε στην La Higuera, δεν μπορούσα παρά να αισθανθώ ανακούφιση αλλά και ικανοποίηση, σαν να είχαμε κερδίσει άλλη μια δοκιμασία. Παράλληλα σκεφτόμουν πόσες ακόμα εκπλήξεις θα έκρυβε για εμας αυτός ο τόπος, αυτή η απίστευτη χώρα. Δεν θα ξεχάσω την όψη της Έλενας. Περίμενα ότι βγάζοντας το κράνος θα έβλεπα ένα πρόσωπο γεμάτο νεύρα, από την ταλαιπωρία και τους πόνους. Όμως εκείνη χαμογελούσε μέχρι τα αυτιά.

Τι μας είχε τραβήξει στη La Higuera ? Στο χωριό αυτό είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Τσε Γκεβάρα ή Χερέρο (Guerrero, «ο μαχητής») όπως ακούσαμε να τον λένε εκεί. H διαδρομή Ruta del Che φέρεται να αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στην πορεία του κατά την εποχή που επιχειρούσε να οργανώσει το βολιβιανό αντάρτικο, στις τελευταίες μέρες της ζωής του. Το χωριό από άκρη σε άκρη είναι δεν είναι 200 μέτρα. Μια δεκαριά σπίτια όλα και όλα. Αποπνέει μια εξαιρετικά γαλήνια ατμόσφαιρα, δυσπρόσιτο όπως είναι, κρυμμένο μέσα στις καταπράσινες βουνοπλαγιές της cordillera oriental. To σπίτι με τον τηλέγραφο του χωριού ( La Casa del Telegrafista) που χρησιμοποιούταν από τον Che για να στέλνει τα μηνύματα του, σήμερα λειτουργεί ως ξενώνας, στον οποίο και διανυκτερεύσαμε. Ο καιρός είχε χαλάσει με την βροχή να πέφτει αδιάκοπα για το επόμενο 24ωρο και εμείς δεν πιεστήκαμε ιδιαίτερα για να φύγουμε το επόμενο πρωί. Αράξαμε όλη μέρα εκεί και μας άρεσε.

Αν είχαμε χρόνο θα μέναμε για περισσότερες μέρες απλά ακούγοντας τους ήχους της φύσης και απολαμβάνοντας την απόλυτη ηρεμία σε ένα ήσυχο περιβάλλον, με την παρέα λίγων ανθρώπων που μοιράζονταν τις ανησυχίες με μας. Όπως ο Ερβέ, γάλλος μεγαλοστέλεχος και μέτοχος σε γνωστή πολυεθνική εταιρεία που τα είχε παρατήσει όλα συνειδητοποιώντας πως οι μπιζνες και ο σύγχρονος δυτικός τρόπος ζωής δεν του προσέφεραν καμία ουσία. Συζητήσαμε, δειπνήσαμε 2 βράδια μαζί του και με τους υπόλοιπους 6 επισκέπτες του ξενώνα, όλοι στο ίδιο τραπέζι υπό το φως των κεριών.

Extra Photo gallery @ latris blog, click

Track Log:

Ένα σχόλιο στο Αναζητώντας τον Che

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s