At Isla Amantani the locals await for our arival

Στα νησια της λιμνης Titicaca

Νωρίς το πρωί ήμασταν στην προβλήτα από όπου ξεκινούν τα καραβάκια για τα νησιά της λίμνης. Είχαμε ενταχθεί σε ένα γκρουπ τουριστών μαζί με αγγλόφωνο ξεναγό αν και γενικά δεν μας αρέσει η ιδέα του «πακέτου», του φιξαρισμένου, της καθοδήγησης. Δεν μας ταιριάζει, δεν συμβαδίζει με την όλη ιδέα αυτού του ταξιδιού, ειδικά όταν έχουμε τη δυνατότητα διαβάζοντας και ψάχνοντας να ανακαλύψουμε μόνοι μας ένα νέο τόπο. Ήταν η πρώτη (και η μοναδική) φορά στο ταξίδι που απευθυνθήκαμε σε ξεναγό και ήμασταν επιφυλακτικοί για αυτή την επιλογή μας.

Η πρώτη στάση θα ήταν στα “Islas Flotantes”, στα «νησιά που επιπλέουν» όπου κατοικεί η φυλή Uros. Καραβάκι του πάλαι ποτέ, της υπομονής. Καθώς πλησιάζαμε η πλωτή πολιτεία ξεπρόβαλε στον ορίζοντα και το θέαμα ήταν τουλάχιστον ιδιαίτερο. Κατευθυνθήκαμε σε ένα από τα νησιά όπου αποβιβαστήκαμε με τις γυναίκες των οικογενειών που μένουν εκεί να έχουν ετοιμάσει υποδοχή με τραγούδι, ντυμένες στις πολύχρωμες παραδοσιακές φορεσιές τους. Αμέσως με το πρώτο πάτημα νιώθεις το «έδαφος» από κάτω σου να κινείται. Είναι σαν να πατάς πάνω σε ένα πλωτήρα. Ή σε μια σχεδία. Τα νησιά είναι πολύ μικρά. Φτιάχνονται από τα καλάμια που φυτρώνουν στις όχθες τις λίμνης, χρησιμοποιώντας μαζί και το χωμάτινο υπόστρωμα των ριζών τους το οποίο σχηματίζει το πρώτο υδατοστεγές επίπεδο της πλωτής πλατφόρμας. Σε κάθε ένα κατοικούν 2-3 οικογένειες και το κάθε ένα έχει τον αρχηγό του. Ζουν τρώγοντας όσα τους παρέχει η λίμνη, δηλαδή ψάρια και τα καλάμια οι ρίζες των οποίων είναι βρώσιμες, και η κυριότερη πηγή εσόδων τους είναι οι επισκέπτες.

Για κάποιο λόγο όμως, αυτό το θέαμα μου έδινε έντονα την εντύπωση μιας καλά στημένης τουριστικής βιομηχανίας. Δέχομαι ότι όλο το σκηνικό μπορεί να είναι όντως μια αντιπροσωπευτική εικόνα της ζωής των Uros από τις παλιές εποχές, αλλά ως εκεί. Ένα «σκηνικό», μια αναπαράσταση. Ίσως οι «κάτοικοι» των νησιών είναι γνήσιοι απόγονοι των Uros, αλλά όσο και αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να χωνέψω ότι αυτοί οι άνθρωποι όντως ζουν σήμερα στη λίμνη. Σκεφτόμουν ότι ζουν στο Puno και πως η παρουσία τους στην καλαμένια πολιτεία είναι απλά η δουλειά τους. O λόγος για αυτή την εντύπωση ήταν η έντονα στημένη παρουσία τους. Οι κινήσεις τους φαινόντουσαν όλες υπολογισμένες, ήταν πραγματικά σαν να παρακολουθούσα μια θεατρική παράσταση και όχι κάτι αληθινό. Μπορεί και να κάνω λάθος. Στη περίπτωση αυτή, ίσως πρέπει να αναθεωρήσουν (εκείνοι ή όποιος αρμόδιος φορέας αποφασίζει) τον τρόπο που πουλάνε την ιστορία τους και την κουλτούρα τους. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω που κολλάει σε αυτά τα παραδοσιακά χρώματα, σε αυτή τη σπάνια γλώσσα που μόνο εκεί την μιλάνε, το να στήνονται στη σειρά και να τραγουδάνε στους επισκέπτες του νησιού δημοφιλή αγγλόφωνα ποπ τραγούδια (γιατί όχι κάτι πιο πιστό στη ήθη και έθιμα τους?) και να κλείνουν τη ξενάγηση με ατάκες όπως «hasta la vista baby».

Επιβιβαστήκαμε στο καραβάκι και συνεχίσαμε για το νησί Amantani ελπίζοντας να δούμε κάτι λιγότερο τουριστικό. Εν τέλει, αυτό που ζήσαμε εκεί αποτέλεσε μια από τις καλύτερες, από τις πιο δυνατές εμπειρίες όλου του ταξιδιού!

Οι κάτοικοι του Amantani είναι ιθαγενείς quechua, μιλούν την αντίστοιχη διάλεκτο και πολύ λίγα ισπανικά, ζουν αποκλειστικά από γεωργικές δραστηριότητες στο νησί και από λιγοστά έσοδα από τους επισκέπτες του νησιού, οι οποίοι όμως δεν είναι τόσο πολλοί όσο αυτοί που πάνε στα πλωτά νησιά. Δεν τρώνε καθόλου κρέας, δεν έχουν ηλεκτρισμό στο νησί παρά μόνο για λίγες ώρες, λειτουργώντας γεννήτριες. Δεν υπάρχουν ξενοδοχεία ή ξενώνες, ούτε εστιατόρια.

Φτάνοντας στο νησί μας περίμεναν ντόπιοι ντυμένοι και εδώ με τις παραδοσιακές τους ενδυμασίες. Ήμασταν καμιά 20αριά επισκέπτες όλοι και όλοι. Ο ξεναγός μας σύστησε με την Rebeca, μια μικροκαμωμένη ρυτιδιασμένη γυναίκα η οποία έδειχνε 60 ετών αλλά δεν πρέπει να ήταν πάνω από 40. Μας πήρε και μας πήγε στο σπίτι της οικογένειας της όπου θα μέναμε για το βράδυ. Ξεκίνησε να μας ετοιμάζει μεσημεριανό, σε μια πλινθόκτιστη κουζίνα, όπως πλινθόκτιστα είναι και όλα τα σπίτια τους. Τα υπνοδωμάτια ήταν σε διαφορετικό κτίσμα. Υποτυπώδη, με τα απολύτως βασικά και απαραίτητα. Χωρίς κρεβάτια, ένα τραπεζάκι, 2-3 μικρά έπιπλα. Το δωμάτιο που θα κοιμόμασταν εμείς είχε κρεβάτια, ένα κομοδίνο και αυτό ήταν όλο.

Το φαγητό ήταν απλό και λιτό. Λιγοστό. Αλλά δεν μπορείς να πείς τίποτα κακό. Το αντίθετο, πρέπει να πείς ένα μεγάλο ευχαριστώ.  Έτσι ζουν, αυτή είναι η καθημερινότητα τους και πρέπει να τη σεβαστείς. Πρέπει να προσπαθήσεις να καταλάβεις τις επιλογές τους, τις συνθήκες διαβίωσης, τις δυνατότητες που έχουν ή εκείνες που δεν τους παρέχονται.

Ενώ εμείς περιμέναμε να ετοιμαστεί το φαγητό, ήρθε ο άντρας της, μας χαιρέτησε με ένα μεγάλο χαμόγελο, ήρθαν και τα παιδιά τους, ένα γλυκύτατο κοριτσάκι και ένα αγοράκι που μου είπε πως όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει μηχανικός συστημάτων. Με ρώτησε «es possible?». Είναι πιθανό? Μπορώ? Του χαμογέλασα και του είπα «si! Todo es possible». Όλα γίνονται. Δεν θα του έδινα καμία άλλη απάντηση, παρά μόνο κάποια που να μη του στερήσει την ελπίδα του για κάτι λαμπρό, για ένα καλύτερο μέλλον.

Η Rebeca σέρβιρε πρώτα εμάς και στη συνέχεια τα μέλη της οικογένειας της. Εκείνη θα έτρωγε τελευταία. Και ενώ σε εμάς προσφέρθηκε το τραπέζι, εκείνοι όλοι τους κάθησαν σε μια γωνία δίπλα στο φούρνο, πάνω σε ξύλα, ταπεινά και σιωπηλά. Αισθανθήκαμε άσχημα. Κάποια στιγμή ο άντρας της κοίταξε προς το μέρος μας, του έκανα νόημα να έρθει στο τραπέζι να φάει μαζί μας και τότε ήρθε. Με σπαστά ισπανικά μας είπε πόσο δύσκολη είναι η ζωή εκεί. Ότι τα παιδιά του πάνε σχολείο και μετά όλη μέρα βοηθάνε στις δουλειές στα χωράφια. Συνεχίσαμε τη κουβέντα πίνοντας τσάι με φρέσκια άγρια μέντα από το κήπο τους.

Το απόγευμα ξεκινήσαμε πεζοπορία προς τη μια από τις δυο κορυφές του νησιού, τη Pachamama που σημαίνει «μητέρα Γή». Απέναντι της βρισκόταν η έτερη κορυφή, η Pachatata, η μετάφραση της οποίας είναι λίγο άκομψη (Πατέρας Γη). Παρακολουθήσαμε τον ήλιο να χάνεται στον ορίζοντα της λίμνης Titicaca ενώ φώτιζε και χρυσάφιζε τις χιονισμένες Άνδεις πίσω μας. Πανδαισία.

Μετά το βραδινό φαγητό, η Rebeca εμφανίστηκε στη κουζίνα κρατώντας παραδοσιακές φορεσιές. Ήταν για εμάς. Έντυσε την Έλενα και από το γέλιο τoυς μάλλον το διασκεδάζανε και οι δυο τους. Η περίπτωση μου ήταν πολύ πιο απλή. Ένα βαρύ μάλλινο πλεχτό ριχτάρι φορεμένο πάνω από τα ρούχα μου και ένα σκουφί. Βγήκαμε έξω και ακολουθήσαμε την οικοδέσποινα μας προς το καφενείο του χωριού. Εκεί είχαν ετοιμάσει μια μουσική βραδιά για όλους τους επισκέπτες του νησιού. Τοπική μουσική και χορός και η βραδιά έκλεισε ευχάριστα και με ανάμεικτα συναισθήματα. Το πρωί σηκωθήκαμε στις 6:30. Τελειώσαμε με το πρωϊνό που μας ετοίμασε η Rebeca και μας συνόδεψε μέχρι το λιμανάκι του νησιού για την αναχώρηση μας.

Περισσότερες φωτογραφίες απο τα πλωτά νησιά και το Amantani στο blog της Έλενας: click εδώ

Το πρόγραμμα της ημέρας περιελάμβανε μια σύντομη επίσκεψη σε ένα ακόμα νησί της λίμνης, το Taquile. Εκεί τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά σε σχέση με το Amantani. Οι κάτοικοι του απολαμβάνουν μια διεθνή αναγνώριση. Πριν λίγα χρόνια η Unesco τους απένειμε το τίτλο των καλύτερων χειροτεχνών υφαντών και πλεκτών στο κόσμο. Περπατήσαμε για λίγο στο νησί μαθαίνοντας για τα περίεργα ήθη και έθιμα τους, κατά τα οποία οι γυναίκες κάνουν τις περισσότερες δουλειές στο σπίτι και στα χωράφια ενώ οι άντρες είναι εκείνοι που ασχολούνται αποκλειστικά με το πλέξιμο. Μάλιστα, ο ισχυρότερος άντρας του νησιού και αρχηγός της κοινότητας δεν επιλέγεται με κριτήρια όπως πχ τα περισσότερα και μεγαλύτερα κοπάδια ζώων ή τις περισσότερες ιδιοκτησίες γής, αλλά με βάση τα καλύτερα πλεκτά! Ακόμα και η επιλογή γαμπρού γίνεται από τον πατέρα της νύφης αφού περάσει τον υποψήφιο από 3ετείς δοκιμασίες πλεξίματος, μια εκ των οποίων είναι να φτιαχθεί ένας πλεχτός σάκος ο οποίος θα πρέπει να έχει τόσο γερή και πυκνή ύφανση ώστε να αντέχει πολύ μεγάλο βάρος και γεμίζοντας τον νερό να μη τρέξει ούτε μια σταγόνα μέσα από το πλεκτό!

Παρόλο που αυτά που μας έλεγε ο ξεναγός ήταν ενδιαφέροντα, η σύντομη επίσκεψη μας στο Taquile δεν είχε το ίδιο άρωμα με εκείνη στο Amantani. Δεν ξέρω αν φταίει η απονομή του τίτλου της Unesco, αλλά οι κατοικοι του Taquille δεν προσεγγίζονται εύκολα.  Ήταν κάτι που μας το επισήμανε ο ξεναγός και το διαπιστώσαμε και οι ίδιοι. Ύφος μάλλον υπεροπτικό. Δεν δέχονται να τους φωτογραφίσεις αυθόρμητα, παρά μόνο μετά από συνεννόηση και πληρωμή. Δεν πιάνουν κουβέντα. Σε αντίθεση με το Amantani όπου από την πρώτη επαφή με τους ανθρώπους του, σκεφτόμασταν ότι θέλουμε να περάσουμε χρόνο μαζί τους, στο Taquile δεν βλέπαμε την ώρα να φύγουμε.

Επιβιβαστήκαμε στο καραβάκι και πήραμε τον 3ωρο πλου της επιστροφής για το Puno, με μια ενδιάμεση στάση για ξεμούδιασμα στα πλωτά νησιά. Στο Puno πρότεινα να φάμε σε μαγαζί άκρως τουριστίκ. Αποτυχία grande. Ποσότητα και ποιότητα επιεικώς απαράδεκτες. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο και ξεκινήσαμε να ετοιμάζουμε τα πράγματα μας για την αναχώρηση της επόμενης ημέρας. Το βράδυ άνοιξαν οι ουρανοί. Θα έβρεχε καταρρακτωδώς όλη τη νύχτα. Μια πρόγνωση καιρού στο internet έδινε βροχές κατά διαστήματα για όλες τις επόμενες ημέρες. Welcome rainy season …

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s