popayan-1470

Vamos a Colombia

Χωρίς να έχουμε συνειδητοποιήσει ιδιαίτερα το που βρισκόμασταν, μέχρι που είχαμε φτάσει ή ότι πατούσαμε πάνω στον Ισημερινό μετά από σχεδόν 2 μήνες στο δρόμο,  καβαλήσαμε τη μηχανή και βγήκαμε ξανά στην Panamericana. Το νεφελοσκέπαστο ηφαίστειο Imbabura ελάχιστα τράβηξε το βλέμμα μας καθοδόν προς την έξοδο μας από το  Εκουαδόρ. Αδημονούσαμε για τα σύνορα. Φτάσαμε εκεί πριν καν το καταλάβουμε. Σφραγίσαμε τα διαβατήρια μας γρήγορα και χωρίς περιττές γραφειοκρατικές διαδικασίες. Μια απλή ματιά του τελώνη στον αριθμό πλαισίου της μηχανής και ήμασταν ελεύθεροι να συνεχίσουμε.

Σταματήσαμε στο πρώτο μανάβικο που βρήκαμε για προμήθειες. Αυτές οι μικρές ωραίες χαρές του ταξιδιού. Δυο μπανάνες, τρία τέσσερα ψωμάκια, δυο αβοκάντο και νερό. Δεν θυμάμαι πόσες και πόσες μέρες στο ταξίδι τρώγαμε μόνο τέτοια. Αλλά για κάποιο περίεργο λόγο αυτό το ημερήσιο μενού μας γέμιζε ικανοποίηση. Και μας αρκούσε. Και είχε γίνει ιεροτελεστία.

Στην πόλη Ipiales στρίψαμε για το μικρό χωριό Las Lajas. Μια παρέα αμερικανών που είχαμε γνωρίσει στη Βολιβία μας είχε δώσει συντεταγμένες για ένα no name ξενώνα στο χωριό. Εκεί που μας έβγαλαν οι συντεταγμένες είχε ένα χωράφι και γενικώς δεν υπήρχαν χόστελ ή ξενοδοχεία. Ρωτώντας πας στην πόλη. Ρωτάω έναν χωριανό. “Alojamiento?” (κατάλυμα). Να εδώ μου λέει και δείχνει το σπίτι του. Ώστε αυτό σημαίνει no name ξενώνας και εγώ που είχα φανταστεί ότι απλώς δεν είχαν σημειώσει το όνομα. Η μηχανή όμως έπρεπε να περάσει από ένα διάδρομο τόσο στενό που άμα είχα λίγα παραπάνω κιλά δεν θα χωρούσα ούτε εγώ ο ίδιος, πόσο μάλλον η μηχανή.  Με λίγη αμηχανία τον ευχαρίστησα αλλά, σενιόρ, θέλω να βάλω κάπου το εργαλείο.

Μας δείχνει το παραδιπλανό κτίριο. Είχε μεγάλο ανοικτό χώρο για παρκινγκ. Η γιαγιά που καθόταν έξω από την πόρτα του σπιτιού της μας υποδέχθηκε με χαμόγελο. Alojamiento aqui μας είπε και έδειξε ένα δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα της. Νο name. 15 χιλιάρικα κολομβιανά ζήτησε. Κάτι λιγότερο από 6,5 ευρώ δηλαδή. Η μηχανή κολλητά στην πόρτα του δωματίου. Τουαλέτα κοινή. Η λέξη μπόχα είναι επιεικής. Σούπερ, θα το πάρουμε.

Βγήκαμε για περπάτημα και για να τσιμπήσουμε κάτι και είδαμε άλλο ένα 800GS με αυστριακές πινακίδες παρκαρισμένο μέσα σε ένα μανάβικο. Ο Alfred είχε πληρώσει σχεδόν τα διπλά από εμάς σε χόστελ με … όνομα και άλλο ένα 3χίλιαρο κολομβιανά στον μανάβη για να χώσει τη μηχανή του μέσα. Στο άκουσμα της δικής μας τιμής είχε την όψη του «με πιάσαν κότσο».  Καθίσαμε σε ένα καφενείο και ανταλλάξαμε πληροφορίες μέχρι που το μαγαζί έκλεισε.

Το επόμενο πρωί πριν αναχωρήσουμε περπατήσαμε μέχρι τον εντυπωσιακό ναό Santuario de Nuestra Señora de las Lajas. Το μέρος είναι τόπος προσκυνήματος για τους Κολομβιανούς οι οποίοι έρχονται από όλη τη χώρα και κάνουν τα τάματα τους εκεί. Πίσω στο no name κατάλυμα, η γιαγιά μας τράταρε τσάι ενώ ετοίμαζε για πρωινό ρύζι με λουκάνικα. Μας είδε που φορτώναμε τη μηχανή και έτρεξε να γεμίσει ένα τάπερ να μας το δώσει. Μα δεν θέλουμε. Μα si! Μα no. Μα si! Αγκαλιές και φιλιά με την οικοδέσποινά μας για αποχαιρετισμό. Μας είχαν πει ότι οι Κολομβιανοί είναι από τους πιο ευγενικούς και φιλόξενους λαούς που θα συναντούσαμε και πως αυτός είναι ένας από τους κυριότερους λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε να χάσουμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε τη χώρα. Εισπράτταμε τα πρώτα δείγματα. Πραγματικά η γιαγιά και ο τρόπος της μας συγκίνησε.

Η διαδρομή για την πόλη Popayan έχει ποικιλία. Από υψόμετρο 3.150 μέτρων, στα 600 με αφόρητη ζέστη και ξανά στα 2000 μ. Στροφιλίκι, βουνοκορφές, κοιλάδες και φαράγγια, όλα πνιγμένα στο πράσινο. Πολύ πράσινο. Όπως θα το περίμενε κανείς από μια τροπική ζώνη. Είχε όμως εκνευριστική κίνηση αφού η Παναμερικάνα είναι ο μοναδικός κεντρικός οδικός άξονας που διατηρείται σε καλή κατάσταση στη περιοχή με συνέπεια όλες οι οδικές μεταφορές να διέρχονται από εκει. Τα κονβόι των νταλικών είναι ατελείωτα. Ο δρόμος έχει μονή λωρίδα. Η οδήγηση είναι τόσο απερίσκεπτη που μας θύμισε πολύ Περού. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα 344 χιλιόμετρα της ημέρας βγήκαν πολύ αργά και εντελώς διεκπεραιωτικά χωρίς να το ευχαριστηθούμε. Αν υπήρχε κάτι που κέντρισε το ενδιαφέρον μας, πέραν του πραγματικά όμορφου τοπίου, αυτό ήταν η έντονη παρουσία του στρατού και της αστυνομίας, οι άντρες της οποίας περισσότερο με κομάντο έμοιαζαν παρά με αστυνομικοί. Πάνοπλα πεζά περίπολα ξεφύτρωναν ξαφνικά μέσα από θάμνους στην άκρη του δρόμου, τα σημεία ελέγχου υπήρχαν κάθε 5 χιλιόμετρα σε κάποια τμήματα της Παναμερικάνα, και όλοι τους,  μα όλοι τους μας έγνεφαν ή μας χαιρετούσαν και μας έδιναν “thumbs up”.

Φθάσαμε στο Popayan κατά τις 16:00, ώρα τροπικής βροχής. Δηλαδή ότι πρέπει για να επιδοθούμε σε αναζήτηση χόστελ στα στενά δρομάκια του κέντρου και με τις δυνάμεις να μας έχουν εγκαταλείψει από ώρα εξαιτίας του καύσωνα και της υγρασίας. Φάγαμε μια ώρα ψάχνοντας. Συμπέρασμα. Η Κολομβία δεν είναι φθηνή. Στο Lajas τη γλυτώσαμε λόγω no name επιλογών. Στο Popayan όλα ήταν … με name. Και χωρίς γκαράζ ή αυλή. Τίποτα. Καταλήξαμε να πληρώνουμε για το πάρκινγκ της μηχανής. Ποιος κορόιδεψε τον Alfred το προηγούμενο βράδυ?

Είχαμε αποφασίσει ότι ο χρόνος μας στην Κολομβία θα ήταν λιγοστός. Ίσα με ένα σφηνάκι. 4 μέρες οδήγηση και άλλες 2 μέρες παραμονής κάπου για να πάρουμε μια τζούρα από Κολομβιανή καθημερινότητα. Η πρώτη από αυτές τις 2 μέρες θα ήταν στο Popayan. Μας ήρθε έτσι μόλις είδαμε το κέντρο της πόλης. Είχε αυτό το ορίτζιναλ λατινοαμερικάνικο. Τον κόσμο στους δρόμους που φωνάζει με ταμπεραμέντο, τα κιόσκια, τις τοπικές λιχουδιές και όλα τα σχετικά. Και είχε κάτι το όμορφο, έτσι κάτασπρο όπως δείχνει από άκρη σε άκρη. Εξάλλου, τo Popayan λέγεται και η «λευκή πόλη» της Κολομβίας. Είναι μια κληρονομιά που την κουβαλά φυσικά από την εποχή της Ισπανικής αποικιοκρατίας και λένε ότι αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτής, σε όλη τη νότια Αμερική.  Είναι δε εντυπωσιακό, το πώς ολόκληρη η πόλη αναστηλώθηκε στην – σχεδόν – αρχική της μορφή μετά από ένα σεισμό του 1983 που την ισοπέδωσε.

Όπως πάντα, στο blog της Έλενας θα βρείτε ακόμα περισσότερες φωτογραφίες, κλικ εδω: Las Lajas & Popayan

Την μεθεπόμενη μέρα συνεχίσαμε τη πορεία μας βόρεια. Το σχέδιο της ημέρας είχε βγεί μόλις το προηγούμενο βράδυ. Γενικά από τον Ισημερινό και πάνω, έτσι παίζαμε μπάλα. Δεν είχαμε ιδέα που θα πηγαίναμε, τι δρόμους θα ακολουθήσουμε, τι θα έπρεπε να δούμε ή τι να αναζητήσουμε στα μέρη από τα οποία περνούσαμε. Δεν είχε γίνει καμία απολύτως προετοιμασία πριν ξεκινήσουμε από Ελλάδα. Εκείνη τη μέρα σκεφθήκαμε να ψάξουμε για μια finca de café (φυτεία καφέ). Μάθαμε ότι ορισμένες προσφέρουν φιλοξενία και ξενάγηση. Δεν θα ήταν άσχημα. Και θα βλέπαμε και κάτι άκρως αντιπροσωπευτικό από την περιοχή, κάτι που είναι συνυφασμένο (μεταξύ πολλών άλλων) με την κουλτούρα της χώρας και με την καθημερινότητα πολλών ντόπιων, την καλλιέργεια του πολύτιμου αυτού καρπού.

Έτσι, θέσαμε ως προορισμό την ευρύτερη περιοχή γνωστή ως Zona Cafetera. Περάσαμε μέσα από μια άσχημη πόλη, την Armenia, για να καταλήξουμε, υπο βροχή πάντα, στο μικρό όμορφο και γραφικό χωριό Salento.

Track log:

Ένα σχόλιο στο Vamos a Colombia

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s