ushuaia-6785

Γη του Πυρός – Tierra del Fuego

Απο την Punta Arenas φεύγει ferry που φτάνει στο Porvenir στο νησί της Γης του Πυρρός μετά από 3 ώρες. Προτιμήσαμε να κάνουμε ένα μικρό κύκλο και να κατευθυνθούμε προς τα στενά του Μαγγελάνου από όπου θα περνούσαμε απέναντι με ένα από τα μικρότερα ferry που κάνουν τον δίαπλου των στενών σε 5 λεπτά. Θα μας έβγαινε και πιο φθηνά, αφού σε αυτά οι μοτοσικλέτες και οι αναβάτες τους δεν πληρώνουν εισιτήριο.

Φθάσαμε στο Rio Grande όπου διαπιστώσαμε για άλλη μια φορά ότι στα απομακρυσμένα μέρη της Παταγονίας η διαμονή πωλείται πανάκριβα. Ο καιρός ετοιμαζόταν να ανοίξει της πύλες της κολάσεως οπότε η επιλογή του camping δεν ήταν και τόσο ελκυστική. Βρήκαμε μετά από μήνυμα του φίλου μας του Hernan ένα μικρό hostel, το “Ruta40” το οποίο το έχει ένας μοτοσικλετιστής, ο Guilermo ή Willie όπως είναι καλύτερα γνωστός μεταξύ των κύκλων του. Ήμασταν οι μόνοι επισκέπτες και πολύ γρήγορα o Willie μας έκανε να αισθανθούμε σαν στο σπίτι μας, ενώ έξω είχε ξεκινήσει κατακλυσμός που κράτησε μέχρι και την επόμενη μέρα. O Willie μας είπε ότι δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε να φύγουμε με τέτοιο καιρό. Και όχι μόνο δεν θα μας χρέωνε έξτρα για το late check-out αλλά πρότεινε να ετοιμάσουμε ένα asado. Ανάψαμε την φωτιά και απολαύσαμε μαζί του το – χωρίς υπερβολή – νοστιμότερο αρνί που έχουμε δοκιμάσει ποτέ. Εξάλλου, όπως μάθαμε τότε, εκτός από το μοναδικής ποιότητας και νοστιμιάς μοσχαρίσιο κρέας της Αργεντινής, το κρέας του αρνιού της Παταγονίας είναι εξίσου φημισμένο και θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα του κόσμου.

Χωρίς να δεχτεί να τον πληρώσουμε για το γεύμα, αποχαιρετίσαμε τον Willie το απόγευμα που ο καιρός έφτιαξε. Ήταν προσωρινό όμως. Είχαμε μπροστά μας περίπου 220 χιλιόμετρα μέχρι την ακριτική Ushuaia. Στο paso Garibaldi ξεπαγιάσαμε. Παρόλο που βρίσκεται σε υψόμετρο μόλις 450 μέτρων, ήταν λες και είχαμε ανέβει σε κάποια από τις ψηλότερες κορυφές των Άνδεων. Μικρή υπενθύμιση του γεγονότος ότι πλέον ήμασταν πολύ κοντά στην Ανταρκτική, το κλίμα της οποίας είναι αυτό που ως επί το πλείστον καθορίζει τον καιρό στο νότιο τμήμα της Γης του Πυρρός. Βροχή και λίγο χαλάζι, έντονο κρύο και θολούρα μας έκαναν παρέα μέχρι λίγα χιλιόμετρα πριν την Ushuaia.

Μετά από 3 ώρες δρόμο είχαμε φτάσει. Μετά από 4,5 περίπου μήνες περιπλάνησης στους δρόμους της νοτίου Αμερικής, βρισκόμασταν στην νοτιότερη πόλη της γης, στην “άκρη του κόσμου” (“fin del mundo”) όπως τους αρέσει να την αποκαλούν (και να την προβάλουν) οι ντόπιοι. Ο καιρός κάθε άλλο παρά καλός ήταν. Όμως δεν υπήρχε περίπτωση να μείνουμε ούτε καν σε χόστελ. Οι τιμές ήταν πέρα από τις δυνατότητες μας, και επειδή είχαμε σκοπό να παραμείνουμε εκεί για τουλάχιστον 4 μέρες, η μοναδική επιλογή ήταν το camping. Κρύο? Κρύο! Δεν παίζει κάτι άλλο.

O φίλος μας Hernan θα ερχόταν από το Buenos Aires την επομένη για να μας συναντήσει στην Ushuaia. Είχε μεγαλώσει σε αυτό το τόπο και είχε ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για αυτόν, να τον επισκεπτόταν μετά από πολλά χρόνια με αφορμή μια συνάντηση με φίλους μοτοσικλετιστές. Μαζί του οδηγήσαμε στο εθνικό πάρκο Bahia Lapataia, όπου και επισήμως είναι το τέλος του δρόμου. Παρακάτω δεν πάει. Εδώ τερματίζει η ruta 3, εδώ τερματίζει το οδικό ταξίδι προς το νότο! Περπατήσαμε μέσα στο πάρκο και σε μια στιγμή ο Hernan μας σταμάτησε για να μας δείξει ένα φυτό. Ο καρπός του περικλείεται από ένα μύθο. “Όποιος γευτεί το μούρο Calafate επιστρέφει μελλοντικά στην Παταγονία”. Λες και επρόκειτο για κάποια ιεροτελεστία, το δοκιμάσαμε και ευχηθήκαμε η υπόσχεση του μύθου να εκπληρωθεί. Πριν επιστρέψουμε στη πόλη κάναμε μια στάση στο νοτιότερο ταχυδρομικό γραφείο του κόσμου στην όχθη της Bahia Ensenada και στο σταθμό του “τραίνου της άκρης του κόσμου”.

Περάσαμε 3 μέρες παρέα με τoν Hernan, ψήνοντας asado, πίνοντας μπύρες και κάνοντας βόλτες στην πόλη ακούγοντας τον να μιλά με πάθος και νοσταλγία για τον τόπο του, ενώ εγώ προσπαθούσα ξανά και ξανά να βρω αυτό που μου έλειπε. Είτε περπατώντας στο λιμάνι είτε στεκόμενος στην άκρη του παλιού χιονοδρομικού, εκεί που ήταν το camping μας, πάνω από την πόλη, κοιτάζοντας τον ορίζοντα προς το κανάλι του Beagle πέρα από το οποίο βρίσκεται η Ανταρκτική, έψαχνα για το αίσθημα θριάμβου. Περίμενα πως η άφιξη μας στην Ushuaia θα ξυπνούσε πρωτόγνωρα και έντονα συναισθήματα. Φαντάσου το. Πάνω από 4 μήνες ταξίδι στο δρόμο σε μια μακριά ήπειρο για να φτάσεις “στην άκρη του κόσμου” ? Δεν είναι κάπως? Fin del Mundo? Τίποτα συνταρακτικό όμως δεν σκίρτησε μέσα. Δεν αισθανόμουν κάποιο ενθουσιασμό. Κάποιο ρίγος. Κάτι. Αντιθέτως αισθανόμουν μόνο μια γαλήνη.

Θυμήθηκα τον Eric και την κουβέντα που είχαμε λίγες μέρες πριν, 1600 χιλιόμετρα βορειότερα στο Chalten. Και εκείνος είχε περιγράψει με τον ίδιο τρόπο την άφιξη του στη εσχατιά της νοτίου Αμερικής. Η πρώτη εξήγηση που είχαμε δώσει ήταν πως μετά από τόσο καιρό στο δρόμο και αφού έχεις δει τοπία πολύ πιο επιβλητικά, το ένα μετά το άλλο, σταματάς να εντυπωσιάζεσαι πια. Εξάλλου, η Γη του Πυρός δεν είναι ντυμένη με κάποιο σκηνικό βγαλμένο από ταινία επικής περιπέτειας. Είναι απλά ένα όμορφο μέρος.

Είπαμε επίσης ότι μετά από ένα σωρό δοκιμασίες που σε περιμένουν σε αυτόν το μοναδικό τόπο, όπως για παράδειγμα στα υψίπεδα που τα περνάς χωρίς ανάσα, στις ερήμους που μάταια ψάχνεις μια πρασιά για να ξαποστάσεις, στα λασπωμένα βουνά του Περού ή στη τροπική ζέστη της Αμαζονίας, μετά από όλα αυτά το εύκολο ρολάρισμα στις πύλες της Ushuaia δεν έχει χρώμα φανταχτερού πανηγυρικού τερματισμού. Ούτε τα πολιτισμικά στοιχεία είναι όπως εκείνα που ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια σου στη βόρεια Αργεντινή, στη Βολιβία και στο Περού όπου οι ιθαγενείς ινδιάνοι είναι παρόντες και προσφέρουν εικόνες μοναδικές για εμάς τους Ευρωπαίους.

Καταλήξαμε ότι αυτό που βιώναμε εκεί στον τερματισμό, ήταν πως δεν υπήρχε τερματισμός. Ήταν τελικά αυτό που πολλές φορές λέμε, πως ο προορισμός δεν έχει σημασία και πως αυτό που μετρά είναι το ταξίδι, όλο το ενδιάμεσο. Έπρεπε να περάσουμε τεσσερισήμισι μήνες στο δρόμο για να χαραχθεί αυτό στο πετσί μας, για τα καλά. Είχαμε αποκτήσει πια το τατουάζ που πάντα θέλαμε, μόνο που ήταν αόρατο. Ήμασταν ένα με το δρόμο και εκεί έπρεπε να επιστρέψουμε, στο δρόμο. Η άκρη του κόσμου δεν ήταν τρόπαιο. Ήταν απλά μια ακόμη τελεία από αυτές που τις συνδέεις με μια γραμμή όταν κοιτάς προς τα πίσω.

Η Ushuaia όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση τόπος αδιάφορος. Η επίσκεψη στο μουσείο “Fin den Mundo” αποκαλύπτει ιστορίες ανθρώπων μοναδικές, πολύ δυνατές. Πρέπει να δεις αυτό το μέρος σε άλλη ιστορική διάσταση και όχι στο ξεπουλημένο τουριστικοποιημένο παρόν. Να μάθεις για τα τσίγκινα σπίτια των αγγλικανικών αποστολών που ακόμα βρίσκονται σε πολλές γειτονιές της πόλης. Να μάθεις για τους ιθαγενείς του νησιού, τους «Onas» και τους «Yámana» και τις συνήθειες τους και να ακούς τον Hernan να σου διηγείται ιστορίες για τον τελευταίο απόγονο τους. Να σκεφτείς πως αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν σε αυτήν την άκρη του κόσμου, τότε.

κλικ εδω για 50 ακόμα φωτογραφίες στο αντίστοιχο ποστ στο blog της Έλενας

Μαζέψαμε τη σκηνή μας στις 10 Ιανουαρίου, αφήνοντας πίσω ένα αναμμένο κερί που το κουβαλούσαμε από την αρχή του ταξιδιού και που το είχαμε ανάψει σε 3 ακόμα στάσεις ορόσημα του οδοιπορικού μας, για τους φίλους που έφυγαν και για καλή τύχη. Βγήκαμε στο δρόμο χωρίς θλίψη, χωρίς να αισθανόμαστε ότι το ταξίδι τελείωσε. Εξάλλου, είχαμε ακόμα 3.000 χιλιόμετρα μπροστά μας, μέχρι την πόλη των καλών αέριδων.

Track log:

Ένα σχόλιο στο Γη του Πυρός – Tierra del Fuego

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s