Αρχείο ετικέτας Άνδεις

Chalten & Calafate, Παταγονία

Εξερχόμενοι απο τη Χιλή, ακολουθήσαμε την παραλίμνια διαδρομή ως την πόλη Perito Moreno όπου θα είχαμε την ευκαιρία μας για ανεφοδιασμό σε φθηνά καύσιμα. Έπειτα, θα πιάναμε τη Ruta 40. Ο δρόμος αυτός, που διατρέχει ολόκληρη την Αργεντινή από βορά ως νότο για πάνω απο 5.000 χιλιόμετρα, έχει ταυτιστεί με την περιπέτεια, έχει ένα όνομα Συνέχεια ανάγνωσης Chalten & Calafate, Παταγονία

Απο την έρημο Atacama στα μεγάλα υψίπεδα, ξανά

Συνοριακός σταθμός Χιλής Chacaluta. Κόσμος πολύς. Οι διαδικασίες εισόδου στην Χιλή είναι οι πιο τυπικές και αυστηρές από κάθε άλλη χώρα την οποία επισκεφτήκαμε. Μας ζήτησαν να κατεβάσουμε όλες μας τις αποσκευές για έλεγχο. Τα λουκάνικα, το tankbag, το σακίδιο πλάτης, όλα πέρασαν από ακτίνες. Οι βαλίτσες ανοίχθηκαν. Ανάκατα όλα μέσα. Νεύρα. Για να ξαναφορτώσουμε Συνέχεια ανάγνωσης Απο την έρημο Atacama στα μεγάλα υψίπεδα, ξανά

Εκουαδόρ γύρος 2ος

Είχαμε χάσει πολλές ώρες στα σύνορα εξαιτίας της διακοπής ρεύματος και για το λόγο αυτό δεν προχωρήσαμε πέραν της Tulcan, της συνοριακής πόλης στο Εκουαδόρ. Μια σύντομη βόλτα στο κέντρο για προμήθειες δεν απεκάλυψε τίποτα το ιδιαίτερο που θα μας παρακινούσε να μείνουμε παραπάνω. Το επόμενο πρωί χωρίς καθυστέρηση οδηγήσαμε 415 χιλιόμετρα στην Συνέχεια ανάγνωσης Εκουαδόρ γύρος 2ος

Huaraz, Huascaran & Canon del Pato

Αφήσαμε πίσω μας την ακτογραμμή τραβώντας ξανά προς τα βουνά του Περού. Σύντομα βρεθήκαμε πάλι στις Άνδεις, στα μεγάλα υψόμετρα και στα άγρια τοπία. Η διαδρομή όμορφη, γρήγορη, ασφάλτινη και το μόνο που μας απασχολούσε ήταν η οδήγηση των ντόπιων. Δεν πρέπει να έχω οδηγήσει ποτέ άλλοτε τόσο αμυντικά, τόσο φυλαγμένα και Συνέχεια ανάγνωσης Huaraz, Huascaran & Canon del Pato

Στα ίχνη των Ίνκας

Για να πάει κανείς στο Machu Pichu πρέπει αναγκαστικά να περάσει πρώτα από το Agua Calientes, γνωστό και ως «Machu Pichu Pueblo» («χωριό του Machu Pichu»). Για να φτάσεις στο Agua Calientes υπάρχουν δυο τρόποι. Ο mainstream τρόπος σε θέλει να επιβιβάζεσαι  στο τραίνο που εκτελεί το δρομολόγιο Cusco – Agua Calientes πληρώνοντας ένα ακριβό εισιτήριο για να στριμωχτείς σαν σαρδέλα μαζί με τις ορδές των τουριστών που κατακλύζουν τη περιοχή με σκοπό να επισκεφθούν την χαμένη πόλη των Ίνκας.  Αυτή την επιλογή ακολουθεί η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, καθώς στο Agua Calientes δεν οδηγεί κανένας δρόμος. Εμείς θα ακολουθούσαμε έναν εναλλακτικό τρόπο. Θα κυκλώναμε οδικώς με τη μηχανή την ευρύτερη περιοχή της ιερής κοιλάδας των Ίνκας μέχρι το χωριό Santa Teresa,  προσεγγίζοντας το Machu Pichu από την πίσω πλευρά. Στη Santa Teresa θα αφήναμε τη μηχανή και μετά από πεζοπορία θα φτάναμε στο Agua Calientes.

Αναχωρήσαμε από το Cusco με την διαδρομή να ξετυλίγεται πάνω στα Περουβιανά βουνά, εν μέσω καταπληκτικών τοπίων, ανεβαίνοντας μέχρι τα 4.300 μέτρα στο ορεινό πέρασμα Abra Malaga.Έβρεχε σε αρκετά κομμάτια, είχε κρύο και θολούρα, τα σύννεφα κάλυπταν το δρόμο και η εντυπωσιακή θέα θύμιζε έντονα Άλπεις. Μετά το Abra Malaga η φιδίσια κατάβαση μας έφερε 2000 μέτρα χαμηλότερα σε μια περιοχή που δεν είχε καμία ομοιότητα με εκείνη στο βουνό λίγα λεπτά πριν. Πολύ ζέστη, υγρασία και τροπική βλάστηση. Ο δρόμος περνούσε από μικρούς οικισμούς, οι αυλές των σπιτιών ήταν γεμάτες μπανανιές και διάφορα άλλα φυτά που δεν μπορούσαμε φυσικά να αναγνωρίσουμε, μας θύμιζαν όμως εικόνες από τα δάση του Αμαζονίου ή της Αφρικής.

Η άσφαλτος εναλλασσόταν με χώμα, ενώ όσο περνούσε η ώρα και χωνόμασταν πιο βαθιά στις απομακρυσμένες περιοχές της επαρχίας του Cusco και η ανθρώπινη παρουσία ελαττωνόταν, οι οικισμοί ξεμάκραιναν, ο δρόμος ήταν άδειος. Στη Santa Maria έπρεπε να διαβάσουμε προσεκτικά το GPS για να βρούμε την έξοδο του χωριού που θα μας έβγαζε στο χωματόδρομο προς την Santa Teresa. Τα 24 χωμάτινα χιλιόμετρα που ακολούθησαν ήταν φανταστικά. Σε κάποια τμήματα η διαδρομή ήταν απαιτητική, με μεγάλες γούβες από αφράτο χώμα, κυλιόμενη πέτρα και νεροφαγώματα. Κινούμασταν κατά μήκος του ποταμού Urubamba ο οποίος ρέει μέσα σε ένα άγριο φαράγγι, με το πλάτος του δρόμου  να είναι αρκετό μόλις για ένα αυτοκίνητο θυμίζοντας μας λίγο από τον death road της Βολιβίας.

Φτάσαμε στη Santa Teresa απόγευμα κάθιδροι και πήγαμε στο μοναδικό camping του χωριού. Οι υποδομές του υποτυπώδεις. Μια τουαλέτα βρώμικη, μια κουζίνα στημένη σε παράπηγμα, κοτόπουλα αλώνιζαν ελεύθερα στο χώρο των σκηνών και τα κουνούπια ήταν μιλιούνια και αδυσώπητα. Ήταν αδύνατο να σταθούμε οπουδήποτε φορώντας κοντομάνικο ή βερμούδα αφού με το που εμφανιζόταν σάρκα εκτεθειμένη γέμιζε στο δευτερόλεπτο τρύπες από τις οποίες έτρεχε αίμα. Συνεννοηθήκαμε με τον ιδιοκτήτη του camping για να φυλάξει τις αποσκευές μας για μια μέρα, χωρίς να μας χρεώσει επειδή θα αφήναμε τη μηχανή και τη σκηνή μας στημένη στο χώρο του. Ο Benny, ένας νέος περουβιανός ξεναγός ήταν εκεί με μια παρέα Αμερικανών που θα τους πήγαινε στο Machu Pichu. Ήρθε και έπιασε τη κουβέντα. Μπορεί και να ψάρευε για πελάτες, ήταν όμως ευγενικότατος, φιλικός και μιλήσαμε για το ταξίδι ενώ μας έδωσε και κάποιες συμβουλές.

Την επομένη ξεκινήσαμε πολύ νωρίς τη πεζοπορία για να γλυτώσουμε από τη ζέστη. Το μονοπάτι που οδηγεί στο Agua Calientes εκτείνεται κατά μήκος και πλάι στις γραμμές του τρένου ενώ ουσιαστικά βρίσκεται μέσα σε τροπικό δάσος. Μετά από δυόμιση ώρες περπάτημα φτάσαμε στο Agua Calientes.

Το χωριό είναι ο ορισμός του αγγλικού όρου «tourist trap». Είναι χτισμένο σε μια πραγματικά ειδυλλιακή τοποθεσία στο τέλος του φαραγγιού και στους πρόποδες των βουνών, εκεί που αναβλύζουν και ξεπηδούν τα θερμά νερά που στη συνέχεια δημιουργούν το ποτάμι. Όμως κατακλύζεται από τουριστικά μαγαζιά, ακριβά καταλύματα και ακριβά φαγάδικα με τις πιτσαρίες να έχουν την τιμητική τους.

Προσπεράσαμε βιαστικά τις κάτω τουριστικές γειτονιές. Όσο πιο πάνω πηγαίναμε τα πράγματα γινόντουσαν λίγο καλύτερα, λίγο πιο τοπικά με λιγότερη βαβούρα, λιγότερη λαοθάλασσα. Τακτοποιηθήκαμε σε ένα από τα πιο φθηνά ξενοδοχεία και περιπλανηθήκαμε στα ενδότερα του Agua Calientes αναζητώντας τα δρομάκια εκείνα στα οποία τα σουβενίρ και οι gringos απουσιάζουν εντελώς και στα οποία τα ταβερνεία γεμίζουν μόνο με ντόπιους που παραγγέλνουν το φθηνό “menu del dia”. Βρήκαμε ένα έξω από το οποίο τα πιτσιρίκια έπαιζαν μπάλα και οι θαμώνες μέσα τρώγοντας παρακολουθούσαν με αφοσίωση περουβιανό ριάλιτι στη TV. Φάγαμε και περιμέναμε την καταρρακτώδη βροχή να σταματήσει πριν γυρίσουμε στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας την επόμενη μέρα που θα ανεβαίναμε στο βουνό να μας κάνει το χατίρι ο καιρός. Το βράδυ μια ακόμα βόλτα στην ίδια γειτονιά έκλεισε όμορφα δοκιμάζοντας βρώμικο στο δρόμο.

extra photo gallery at latris blog: click

Track log:

Cusco

Η νύχτα στο Puno μας είχε αγχώσει. Δεν σταμάτησε να βρέχει και η πρόγνωση του καιρού σε 2-3 site για τις επόμενες ημέρες δεν ήταν ευνοϊκή. Φαινόταν πως η εποχή των βροχών μας είχε προλάβει. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να προσαρμόσουμε το ωράριο μας και κατά περίπτωση τα δρομολόγια μας. Για το πρώτο, θα χρειαζόταν πλέον να ξυπνάμε καθημερινά πολύ νωρίς, κατά τις 6:30. Αυτό γιατί υπάρχει ένα μοτίβο στη βρόχινη εποχή: συνήθως η βροχή ξεκινά το μεσημέρι και διαρκεί μέχρι το ξημέρωμα με διαστήματα ανάπαυλας. Έτσι, δίδεται ένα χρονικό παράθυρο λίγων ωρών το πρωί το οποίο θα προσπαθούσαμε να εκμεταλλευτούμε για να καλύψουμε τις αποστάσεις που θέλαμε.  Όσον αφορά τα δρομολόγια μας, αυτά θα ήταν υπο εξέταση καθημερινά, αναλόγως τη κατάσταση του δρόμου.

Tα πρώτα 200 χιλιόμετρα ήταν βαρετά. Κινούμενοι σε μεγάλα υψόμετρα στο Περουβιανό altiplano, οι επίπεδες εκτάσεις απλώνονταν παντού γύρω μας χωρίς να διαθέτουν κάτι που να κάνει το μάτι να χαζέψει. Στη Juliaca πήραμε μια γερή δόση από μποτιλιάρισμα, ηχορύπανση και καυσαέριο, μιας και εδώ δεν υπάρχει περιφερειακός δρόμος για να παρακάμψεις τη πόλη, όπως συμβαίνει εξάλλου σε όλο το Περού και σε όλη τη Βολιβία. Μετά το χωριό Pichu το τοπίο σταδιακά άλλαζε καθώς πλησιάζαμε όλο και περισσότερο στα άγρια τμήματα των Περουβιανών Άνδεων. Χιονισμένες βουνοκορφές, πράσινες κοιλάδες και ποτάμια μας έκαναν παρέα μέχρι το Cusco. Η διαδρομή ήταν απολαυστική.

Στο Cusco κατευθυνθήκαμε προς το κέντρο εν μέσω έντονης κυκλοφοριακής συμφόρησης και γνωρίζοντας μια νέα οδηγική κουλτούρα. Στη Βολιβία χαρακτηρίσαμε την οδήγηση των ντόπιων δολοφονική, τώρα στο Περού σκεφτόμασταν να αναθεωρήσουμε. Οι Βολιβιανοί έπρεπε να κατέβουν στη κλίμακα και τη πρώτη θέση να καταλάβουν οι Περουβιανοί. Αφήσαμε ένα περιθώριο αμφιβολίας για την ώρα, εξάλλου ήμασταν μόλις 2 μέρες στους δρόμους του Περού.

Φυσικά δεν υπάρχει μαζοχισμός στην πρόθεση μας να καταφεύγουμε στα κέντρα όσων μεγάλων πόλεων είχαν βρεθεί στη πορεία μας. Ήταν αναγκαστική επιλογή. Έξω από αυτά τα αστικά κέντρα δεν υπάρχουν καταλύματα και η αναζήτηση φθηνού χόστελ πάντα οδηγεί στο κέντρο. Στη περίπτωση του Cusco οι επιλογές που μας απέμεναν εξαιτίας των κριτηρίων μας (χαμηλό κόστος και ασφαλές σημείο για τη μηχανή) ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του χεριού. Σε κάθε ένα από  τα προτεινόμενα budget hostels στον οδηγό του Lonely Planet είτε δεν θα υπήρχε πάρκινγκ είτε το πλάτος της κύριας εισόδου θα ήταν τόσο στενό που ήταν αδύνατο να περάσει η μηχανή μέσα για να την αφήσουμε σε μια γωνιά της ρεσεψιόν (συνηθισμένη πρακτική) ή στην εσωτερική αυλή. Τη λύση έδωσε- για πολλοστή φορά στο ταξίδι – το horizonsunlimited. Από το hostal Estrellita είχαν περάσει αμέτρητοι μοτοταξιδιώτες στο παρελθόν και ήμασταν τυχεροί που είχε διαθέσιμο δωμάτιο. Με τη βοήθεια του συμπαθέστατου ιδιοκτήτη ξεκινήσαμε τη δημιουργία αυτοσχέδιας ράμπας ώστε να μπορέσω να περάσω τη μηχανή από τα μεγάλα εξωτερικά σκαλοπάτια στην εσωτερική αυλή. Αυτή τη φορά ήταν πιο εύκολα τα πράγματα σε σχέση με το Puno καθώς δεν χρειάστηκε να ισορροπήσουμε τη μηχανή κρατώντας τη δεξιά-αριστερά, μπορούσα να πάρω φόρα και να ρολλάρω στην αυλή. Τακτοποιηθήκαμε και βγήκαμε για περπάτημα στο ιστορικό κέντρο της πόλης και για να πάρουμε προμήθειες.

Το ιστορικό κέντρο του Cusco είναι ένας εξαιρετικά δημοφιλής και άκρως τουριστικός προορισμός και κατά συνέπεια είναι και πολύ ακριβό για τα δεδομένα του Περού. Είναι βέβαια πραγματικά όμορφο, με τα αποικιοκρατικής αρχιτεκτονικής κτίρια, τους ναούς, τις αψίδες, τα μοναστήρια, τα οχυρωματικά τείχη και τα παραδοσιακά σπίτια να συνθέτουν ωραίες εικόνες σε πολλές γωνιές της παλιάς πόλης. Το σημερινό στάτους του όμως το οφείλει κυρίως στο πασίγνωστο Machu Pichu καθώς το Cusco είναι η πλησιέστερη μεγάλη πόλη στο σημαντικό αυτό μνημείο, αποτελώντας έτσι το μοναδικό σταθμό μετεπιβίβασης για όλους τους επισκέπτες του μυστηριακού βουνού. Οι ορδές των τουριστών από όλο τον κόσμο που έρχονται κάθε χρόνο στη πόλη της έχουν προσφέρει ανάπτυξη και ευημερία και μια γερή νότα μοντέρνου δυτικού … «πολιτισμού».  Ανάμεσα στα αμέτρητα μαγαζιά με τα τουριστικά είδη και τα σουβενίρ υπάρχουν πολυτελή gourmet εστιατόρια, trendy καφετέριες, πεντάστερα χλιδάτα ξενοδοχεία και πανάκριβες μπουτίκ.

click here for extra photo gallery at latris blog

Για τους θιασώτες των 2 τροχών, στη κεντρική πλατεία υπάρχει μια pub με ιστορία. Η Norton pub ή Norton Rats Tavern και φυσικά δεν γινόταν να μην καθίσουμε για λίγο εκεί πίνοντας ένα καφέ το απόγευμα.

Norton Pub, Cusco

Γυρίσαμε στο χόστελ και με ευχάριστη έκπληξη είδαμε μια ακόμη μηχανή παρκαρισμένη στην αυλή. Ένα 1200GS με βρετανικές πινακίδες και σκωτσέζικη σημαία. Αράξαμε στην αυλή περιμένοντας να εμφανιστεί ο αναβάτης. Όταν άνοιξε μια πόρτα παραδίπλα είδα μια φιγούρα ενός ηλικιωμένου να βγαίνει αργά, κουτσαίνοντας και βαστώντας μια μαγκούρα. Σκέφτηκα πολύ λογικά ότι δεν μπορεί να ήταν εκείνος ο αναβάτης. Σήκωσε το κεφάλι του, αντίκρισα τη σκωτσέζικη σημαία στο καπελάκι που φορούσε και έμεινα να τον κοιτάζω. Του πιάσαμε τη κουβέντα. Δεν τον ρώτησα πόσο χρονών ήταν, ντράπηκα. O Mike, συνταξιούχος, ήταν για 2η φορά στη νότια Αμερική. Τη πρώτη είχε καλύψει ένα μέρος της ηπείρου, είχε αφήσει τη μηχανή στην Ουρουγουάη και είχε επιστρέψει στη πατρίδα του για λίγους μήνες. Μετά ξαναβρέθηκε στη νότια Αμερική για να συνεχίσει το ταξίδι του. «Μα τι να κάνω? Να κάθομαι σπίτι να κουρεύω το γκαζόν? Μπα…». Μιλήσαμε για τη διαδρομή, ανταλλάξαμε κάποιες πληροφορίες και τον καληνυχτίσαμε. Μετά από δυο βράδια στο Cusco θα αναχωρούσαμε πολύ νωρίς το επόμενο πρωί. Ο Mike είχε σκοπό να μείνει αρκετές μέρες εκεί. Θα τον ξανασυναντούσαμε …

Με τον Mike απο τη Σκωτία
Με τον Mike απο τη Σκωτία

Track log:

Κλεινοντας το κεφαλαιο Βολιβια

Φύγαμε από την Copacabana στις 18 Οκτωβρίου με πορεία προς τα σύνορα Βολιβίας – Περού, στα οποία φτάσαμε μετά από λίγα λεπτά αφου χαθήκαμε και περιπλανηθήκαμε μέσα σε χωματόδρομους στους οποίους δεν υπήρχε καμία ταμπέλα να μας κατευθύνει και με το GPS να δείχνει το κενό! Για άλλη μια φορά, απρόβλεπτη Βολιβία!. Κάθε μέρα! Αυτή η λέξη, απρόβλεπτη, είναι μια από αυτές που θα μας μείνουν ως ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της χώρας.

Συνολικά ταξιδέψαμε για 19 μέρες στη Βολιβία, διανύοντας 2450 χιλιόμετρα. Προσμετρώντας μαζί και τις πρώτες ημέρες από τη στιγμή που πατήσαμε στις Άνδεις, ζήσαμε ακραίες συνθήκες για τα δεδομένα ενός ταξιδιού με μοτοσικλέτα, ανεβαίνοντας μέχρι τα 5020 μέτρα υψόμετρο αγκομαχώντας, οδηγώντας σε θερμοκρασίες από -8ο C εώς 37ο, πότε με χαλάζι, πότε κάτω από έναν ήλιο που θαρρείς ότι σε ψήνει σε δευτερόλεπτα.

Κάθε μέρα έπρεπε να μελετάμε προσεκτικά τους χάρτες για την πορεία της επόμενης ημέρας και να κάνουμε υπολογισμούς για τα διανυθέντα χιλιόμετρα, λογαριάζοντας τα αποθέματα μας σε καύσιμο και σε εφόδια, όπως σε κανένα άλλο οδοιπορικό στο παρελθόν. Υπήρξε μέρα στο altiplano που ξεκινήσαμε κουβαλώντας 8 λίτρα νερό και μέχρι το επόμενο πρωί αυτό είχε τελειώσει χωρίς να ξέρουμε που θα μπορέσουμε να το αναπληρώσουμε, ενώ είχαμε ήδη αφυδατωθεί ως συνέπεια της ακτινοβολίας, της έλλειψης οξυγόνου και της έντονης σωματικής προσπάθειας.

Δεν είναι υπερβολή να πω ότι όση εμπειρία είχα αποκομίσει από τα προηγούμενα ταξίδια με τη μηχανή, στη Νότια Αμερική και ιδιαίτερα στη Βολιβία δεν είχε καμία συνεισφορά, δε μετρούσε, δεν βοηθούσε. Ήταν σαν να ταξίδευα πρώτη φορά. Χρειαζόταν ολικό reset σε αυτά που ήξερα. Ένας τελείως διαφορετικός κόσμος, με διαφορετικές απαιτήσεις στη διαχείριση των δυνάμεων μου, της ψυχολογίας, στη προετοιμασία της μηχανής, στους καθημερινούς χειρισμούς σε κάθε επίπεδο.

Προσωπικά μιλώντας, οι ημέρες στα άγονα και ερημικά υψίπεδα της νοτιοδυτικής Βολιβίας αποτέλεσαν την πιο απαιτητική και μακράν δυσκολότερη δοκιμασία στην οποία έχω υποβληθεί ποτέ, σωματικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά. Και όμως, αν με ρωτήσει κανείς σήμερα, αν μου δινόταν η δυνατότητα να ξανακάνω ένα και μόνο ένα κομμάτι του ταξιδιού ποιο θα επέλεγα, εκείνο θα ήταν. Εκείνο εκεί που βουλιάζαμε στην άμμο, που με τα χίλια ζόρια κρατούσα τη μηχανή όρθια κάθε λίγα μέτρα, που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Εκεί που υπήρξαν στιγμές απόγνωσης, που μονολογούσα με τον εαυτό μου αναρωτώμενος πως θα ξεμπλέξουμε από αυτή τη κατάσταση, σκεφτόμενος ότι ίσως έχουμε κάνει ένα πολύ μεγάλο λάθος, με ένα σωρό άγχη και φοβίες να βγαίνουν στην επιφάνεια. Εκεί θα ήθελα να ξαναβρεθώ. Δεν είναι μαζοχισμός. Είναι αφενός το εξωπραγματικό τοπίο το οποίο ξεπερνά κάθε φαντασία, ασκώντας μια ακαταμάχητη και ανεξήγητη έλξη, που τα λόγια αδυνατούν να την περιγράψουν. Και αφετέρου είναι το γεγονός ότι η επιτυχής διάσχιση του δημιούργησε ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ευφορίας και επιτεύγματος προσωπικού αλλά και ομαδικού . Το τελευταίο προκύπτει από το γεγονός ότι όταν βρίσκεσαι σε μια διαρκή καθημερινή δοκιμασία, κατά την οποία καλείσαι να συνεργαστείς με τον διπλανό σου, πρέπει να βγάλεις τον καλύτερο σου εαυτό. Αυτό το ταξίδι, αυτή η χώρα ή θα μας έδενε ή θα μας τσάκιζε.

Οι σκέψεις της Έλενας ταυτίζονται. Μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με τα παραπάνω, και παρόλο που ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ λόγω των προβλημάτων με το στομάχι της, λέει πως θα επέλεγε ξανά τον ίδιο τρόπο σίτησης. Το μόνο που θα άλλαζε θα ήταν το να μπορούσε να βρεθεί στη Βολιβία με τη δική της μηχανή, κάνοντας τα πράγματα πιο εύκολα και για τους δύο μας (μάλλον).

Χώρα γεμάτη αντιθέσεις, η Βολιβία μας κέρδισε παρά τις κακές στιγμές της με τη δολοφονική οδήγηση των ντόπιων και την άρνηση διάθεσης βενζίνης στους ξένους. Έρημος και κρύο στα δυτικά, τροπικό δάσος και αφόρητη ζέστη στα ανατολικά. Έντονη φτώχεια και εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες διαβίωσης στο altiplano και όμως οι λιγοστοί κάτοικοι εκεί ήταν οι πιο χαμογελαστοί και οι πιο πρόθυμοι να μας μιλήσουν. Σαφώς ανώτερο βιοτικό επίπεδο στα βόρεια και ταυτόχρονα άνθρωποι δυσκολότεροι στη προσέγγιση. Τελικά αυτά τα δυο πάνε μαζί σε όποιο σημείο του πλανήτη και αν βρίσκεσαι.

Οι «Amerindians» μας ξάφνιασαν ευχάριστα. Μια νέα – για εμάς – κουλτούρα, γεμάτη χρώμα, γεμάτη ζωή. Στο Potosi είδαμε την εργατική τάξη, τους ανθρώπους που ζούν από τα ορυχεία της περιοχής, το γνήσιο ιθαγενές στοιχείο της χώρας. Στο Sucre είδαμε την αριστοκρατία, στη La Paz λίγο από όλα, τις συνοικίες με τις παράγκες και τα πλινθόκτιστα σπίτια και τα πλούσια προάστια με τα πανάκριβα γυαλιστερά SUV να γεμίζουν τους δρόμους.

Μακάρι να μπορούσαμε να μέναμε στην Βολιβία περισσότερες μέρες. Όμως ο χρόνος μας πίεζε. Η μεγάλη καθυστέρηση στην άφιξη της μηχανής στην αρχή του ταξιδιού μας είχε φέρει αντιμέτωπους με έναν αντίπαλο στο Περού τον οποίο θέλαμε να αποφύγουμε! Όμως περισσότερα για αυτό σε επόμενο ποστ!

Τα στατιστικά μας:

  • Μέρες παραμονής στη Βολιβία : 19
  • Διανυθέντα χιλιόμετρα: άσφαλτος / offoad: 1696 / 754
  • Μέσο κόστος βενζίνης : 0,90 ευρώ/λίτρο.
  • Διανυκτερεύσεις: σε σκηνή free / σκηνή σε camping / σε χόστελ : 1 / 2 / 16
  • Μέσο κόστος διανυκτέρευσης ανά άτομο: 4,8 ευρώ
  • Ημέρες με διατροφή self-catered / έτοιμη: 7 / 12
  • Μέσο ημερήσιο κόστος διατροφής κατά άτομο:  4,7 ευρώ
  • Το κόστος του έτοιμου φαγητού όπως και των χόστελ στην Βολιβία είναι τόσο χαμηλό που τις περισσότερες φορές δεν έχει νόημα να μαγειρέψεις το φαγητό σου ή να κατασκηνώσεις, εκτός και αν είναι απαραίτητο λόγω των συνθηκών.

blogRS-0889

Salar de Uyuni, Bolivia

Το βράδυ στη Villa Mar συζητώντας με δυο οδηγούς 4×4 ρώτησα ξανά για τις αποστάσεις  και την κατάσταση του «δρόμου».  Ενώ σύμφωνα με το GPS μέχρι το San Cristobal απέμεναν 105 xλμ, εκείνοι μίλησαν για 200 χλμ ο ένας, για 150 ο άλλος, χωρίς ωστόσο κανείς από τους δυο να είναι βέβαιος για την απάντηση του. Για το είδος του δρόμου ήταν πιο σίγουροι. Pista. Προβληματισμένος με το γρίφο της απόστασης αλλά και με το γεγονός ότι με συνεχή οδήγηση στην άμμο η κατανάλωση της μηχανής είχε ανέβει τους ζήτησα να μας δώσουν λίγη βενζίνη. Δέχτηκαν λέγοντας μου να τους βρω το πρωί πριν τις 8.

Ξυπνήσαμε κατά τις 6:30. Πήρα 3 λίτρα καύσιμο από τον έναν οδηγό και βγήκαμε στο δρόμο. Περίπου η μισή διαδρομή μέχρι το San Cristobal ήταν εξίσου εφιαλτική όπως και τις προηγούμενες 2 ημέρες. Η πρώτη αναγκαστική στάση για να ανακτήσουμε δυνάμεις έγινε μόλις 30 χιλιόμετρα αφότου ξεκινήσαμε, ξανά στα πρόθυρα της λιποθυμίας εγώ. Χρειάστηκα ένα πεντάλεπτο για να συνέλθω. Λίγο αργότερα βρεθήκαμε μπροστά σε μια κατηφόρα, με πολύ έντονη κλίση, μήκους σχεδόν 3,5 χιλιομέτρων (!) με πολύ παχιά άμμο. Ένα τετρακίνητο ημιφορτηγό ανέβαινε αργά, με τις «κοντές» σχέσεις στο κιβώτιο για να μπορέσει να βγάλει την ανηφόρα. Εμείς έπρεπε να κατέβουμε από εκεί. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Στο τελείωμα της, λίγες εκατοντάδες μέτρα μετά ο δρόμος απλά έσβηνε δίνοντας τη θέση του σε ίχνη από ρόδες που ακολουθούσαν διάφορες κατευθύνσεις σε αναζήτηση περάσματος από ένα ποτάμι το οποίο διακλαδιζόταν αρκετές φορές , δημιουργώντας συνεχόμενα περάσματα.

Στο San Cristobal ανεφοδιαστήκαμε μόνο με 5 λίτρα βενζίνη και αυτό έπαιξε το ρόλο του σε μια μικρή περιπέτεια που είχαμε τις επόμενες δυο μέρες. Σε ασφάλτινο δρόμο πλέον οδηγήσαμε μέχρι το Uyuni και παρόλο που η διαδρομή ήταν εύκολη πονούσα σε όλο μου το σώμα. Η Έλενα ήταν πιο ξεκούραστη, είχε όμως παγώσει αφού είχε βραχεί μέχρι το γόνατο στα περάσματα των ποταμών.

Λίγο έξω από την πόλη βρίσκεται ένα νεκροταφείο τρένων. Το επισκεφθήκαμε νωρίς το πρωί της επομένης μέρας και έπειτα φύγαμε προς τα βορειοδυτικά του χωριού, με προορισμό ένα από τα πιο εντυπωσιακά θεάματα του πλανήτη, το Salar de Uyuni. Για να φτάσουμε ως εκεί έπρεπε να διανύσουμε 25 χιλιόμετρα στο πιο κακοτράχαλο χωματόδρομο στον οποίο έχω βρεθεί ποτέ, με αλλεπάλληλες μεγάλες εγκάρσιες αυλακώσεις που κάλυπταν όλο το πλάτος του δρόμου, καθιστώντας αδύνατο το ζιγκ-ζαγκ, στολισμένες με κοτρώνες και άμμο εδώ και εκεί. 25 χιλιόμετρα που βγήκαν σε 1 ώρα (!) αφού οποιαδήποτε προσπάθεια να οδηγηθεί η μηχανή γρηγορότερα είχε σαν αποτέλεσμα να τραντάζει το σύμπαν και να μου φέρνει στο μυαλό εικόνες από κομμένα υποπλαίσια, αμορτισέρ που πλέουν τα λοίσθια, και ραγισμένες βάσεις στις βαλίτσες.

train cemetery at Uyuni
νεκροταφείο τρένων στο Uyuni

Η μεγαλύτερη αλυκή του κόσμου, σε υψόμετρο 3650 μ. Από άκρη σε άκρη είναι περίπου  130 χιλιόμετρα. 10.580 m2 απόλυτης επίπεδης κάτασπρης επιφάνειας.  Είναι τόσο άσπρη που με την αντανάκλαση του ήλιου το τοπίο γίνεται εκτυφλωτικό. Τραβούσαμε φωτογραφίες χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε στην μικρή LCD οθόνη τι είχαμε βγάλει.

Οδηγούσαμε επί 60 χλμ πάνω στο απέραντο λευκό, με μοναδικό οδηγό την πυξίδα. Πορεία δυτική προς το κέντρο της αλυκής, όπου βρίσκεται το «νησί», το isla Incahuasi. Εκεί κατασκηνώσαμε, σε ένα ακόμα σουρεάλ σκηνικό.  Ήμασταν εντελώς μόνοι μας, σε μια κατάλευκη απέραντη θάλασσα από αλάτι. Με τη μέση θερμοκρασία κατά τον Οκτώβριο εκεί να είναι -8ο C προετοιμαστήκαμε για μια πολύ κρύα νύχτα, όμως προσωπικά δεν με ένοιαζε καθόλου. Προς στιγμή είχα ξεχάσει όλη τη κούραση και απολάμβανα την απόλυτη σιωπή σε μια τοποθεσία απερίγραπτη.

Η μέρα που ακολούθησε μας επιφύλασσε μια μικρή περιπέτεια από λάθος υπολογισμούς μου. Νόμιζα πως το νησί στο κέντρο του salar απέχει 30 χιλιόμετρα από την ανατολική είσοδο του στον οικισμό Colchani. Έτσι, με τη βενζίνη που είχα βάλει την προηγούμενη μέρα στο San Cristobal θα μας έφτανε για να πάμε και να γυρίσουμε ξανά μέχρι τον οικισμό, όπου υπήρχε ένα βενζινάδικο. Όμως το νησί ήταν σχεδόν στα 70 χιλιόμετρα! Χρησιμοποίησα μέχρι και την τελευταία σταγόνα, οδηγώντας στην επιστροφή ρολαριστά στο ρελαντί με το βλέμμα μόνιμα στην ένδειξη κατανάλωσης φροντίζοντας να μην υπερβεί τα 3 lt/100. Φτάσαμε στο Colchani για να βρούμε το μοναδικό βενζινάδικο κλειστό. Είχαμε ξεμείνει. Με ένα κάνιστρο στο χέρι άρχισα να ψάχνω για βενζίνη στο χωριό. Ένας αστυνομικός μου είπε να κοιτάξω στα δρομάκια για μια ταμπέλα που έλεγε ότι πωλούνται καύσιμα. Άφησα την Έλενα να περιμένει στη μηχανή. Βρήκα ένα σπίτι, απέξω κρεμόταν μια χειρόγραφη επιγραφή «hay gasolina». Χτύπησα τη πόρτα ξανά και ξανά, φώναξα, τίποτα. Περίμενα ώσπου από το απέναντι σπίτι βγήκε μια ταλαιπωρημένη φιγούρα λέγοντας «no hay gasolina».  Ήταν καταμεσήμερο, δεν υπήρχε ψυχή πουθενά και εγώ περιπλανιόμουν ανάμεσα σε πλινθόκτιστα σπίτια και χαλάσματα ψάχνοντας μπαγιάτικο ζουμί οκτανίων από κάποιο βαρέλι. Το ηθικό μου έπιασε πάτο. Συνέχισα να περπατάω σέρνοντας τα πόδια μου στη σκόνη με τον ιδρώτα να στάζει. Κάποια στιγμή έφτασα έξω από μια μικρή πλατεία με ελάχιστα μαγαζιά που πουλούσαν σουβενίρ. Από εκεί περνούσαν τζιπ που έφερναν τους τουρίστες στο salar και τους αράδιαζαν στα μαγαζάκια για αγορές. Άρχισα να σταματάω το ένα τζιπ μετά το άλλο παρακαλώντας για λίγη βενζίνη, όμως όλοι οι οδηγοί αρνήθηκαν να μου πουλήσουν. Καθόμουν εκεί και περίμενα στωικά, χρειαζόμασταν μόλις 2 λίτρα για να μας πάει η μηχανή μέχρι το Uyuni, 25 χιλιόμετρα μακριά. Το 12ο τζιπ ήταν το τυχερό.

Επιστρέψαμε στο Uyuni και στην κεντρική αγορά του, την οποία είχαμε επισκεφθεί και την προηγούμενη μέρα. Ανεφοδιαστήκαμε και γευτήκαμε τοπικό «βρώμικο» στους δρόμους προτού αναχωρήσουμε για τον επόμενο σταθμό του οδοιπορικού μας, την πόλη που είναι χτισμένη τόσο ψηλά όσο καμία άλλη στο κόσμο.

Περισσότερες φωτογραφίες απο αυτό το 2μερο, στο σχετικό ποστ στο blog της Έλενας : http://latrismixanis.wordpress.com/2013/04/24/salar-de-uyuni-bolivia/

Track log: