Αρχείο ετικέτας Περού

Περού, απο το βορά ως το νότο στην Panamerican Highway

Φτάσαμε στη Mancora αργά το βράδυ εξουθενωμένοι. Που κουράγιο για βόλτες γύρω γύρω μέχρι να βρούμε κατάλυμα. Σταθήκαμε στην άκρη του δρόμου για να ρίξουμε μια ματιά στις σημειώσεις μας και στον οδηγό του LP. Από το horizonsunlimited δεν υπήρχε καμία σύσταση. Ούτε στο LP. Τότε σταμάτησε δίπλα μας ένα μοτοταξί, ένα από εκείνα τα φοβερά Συνέχεια ανάγνωσης Περού, απο το βορά ως το νότο στην Panamerican Highway

Advertisements

Επαρχία Amazonas, Peru

Επόμενος προορισμός μας ήταν η πόλη Chachapoyas στην αμαζονιακή επαρχία του Περού. Πριν αναχωρήσουμε από την Cajamarca είχα ρωτήσει έναν αστυνομικό εκεί για την κατάσταση του δρόμου. Σε διάφορες πηγές στο ίντερνετ αναφέρεται πως κατά την εποχή των βροχών το ταξίδι μεταξύ των δυο αυτών πόλεων είναι πρακτικά αδύνατο. Επίσης θέλαμε να μάθουμε αν υπήρχε κάποια πρόσφατη δραστηριότητα κλοπών, μιας και στο παρελθόν είχαν αναφερθεί περιστατικά με ενέδρες σε Συνέχεια ανάγνωσης Επαρχία Amazonas, Peru

Huaraz, Huascaran & Canon del Pato

Αφήσαμε πίσω μας την ακτογραμμή τραβώντας ξανά προς τα βουνά του Περού. Σύντομα βρεθήκαμε πάλι στις Άνδεις, στα μεγάλα υψόμετρα και στα άγρια τοπία. Η διαδρομή όμορφη, γρήγορη, ασφάλτινη και το μόνο που μας απασχολούσε ήταν η οδήγηση των ντόπιων. Δεν πρέπει να έχω οδηγήσει ποτέ άλλοτε τόσο αμυντικά, τόσο φυλαγμένα και Συνέχεια ανάγνωσης Huaraz, Huascaran & Canon del Pato

Οι γραμμές της Nazca και η Παναμερικάνα

Με βάση τις πληροφορίες που είχαμε συλλέξει για τη διαδρομή Abancay-Andahuaylas-Ayacucho και έχοντας δει τι συμβαίνει στους ορεινούς δρόμους του Peru εξαιτίας της βροχής, αποφασίσαμε να αλλάξουμε τα σχέδια μας. Αναγκαστικά θα αφήναμε πίσω μας τις περουβιανές Άνδεις και θα στρεφόμασταν προς την ακτογραμμή του Περού συνεχίζοντας από εκεί τη πορεία μας βόρεια. Εάν τις επόμενες μέρες είχαμε προβλέψεις για καλύτερο καιρό θα ξαναγυρνούσαμε στα Συνέχεια ανάγνωσης Οι γραμμές της Nazca και η Παναμερικάνα

Επιστροφή στο Cusco

To τελευταίο βράδυ στη Santa Teresa έβρεξε αρκετά αλλά τελικά το χώμα στην καταπληκτική διαδρομή προς την Santa Maria ήταν σε καλή κατάσταση. Επιστρέψαμε στο Cuzco απολαμβάνοντας ξανά τον ίδιο δρόμο που είχαμε κάνει 3 μέρες πριν. Όλα ήταν σαν σε επανάληψη, ο καιρός, η ζέστη χαμηλά, η βροχή και το κρύο ψηλά στο πάσο. Περνώντας μέσα από το χωριό Ollantaytambo πέσαμε πάνω σε μια γιορτή και Συνέχεια ανάγνωσης Επιστροφή στο Cusco

Machu Picchu

Η χαμένη πόλη των Ίνκας δέχεται καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες. Για να απολαύσουμε μερικές στιγμές ηρεμίας στον ιστορικό αυτό χώρο ατενίζοντας τη μοναδική θέα απερίσπαστοι είχαμε δυο επιλογές: ή θα ξυπνούσαμε τα χαράματα προκειμένου να είμαστε στην είσοδο με το που θα άνοιγε στο κοινό ή θα πηγαίναμε αργά το απόγευμα με τη δύση του ήλιου. Κάναμε το πρώτο αφενός γιατί ο καιρός ήταν άστατος και οι πιθανότητες για βροχή μετά το μεσημέρι ήταν περισσότερες, αφετέρου γιατί αν μέναμε το απόγευμα θα χρειαζόταν να επιστρέψουμε στη Santa Teresa την επόμενη μέρα, τη στιγμή που με τον ιδιοκτήτη του camping είχαμε συνεννοηθεί για να κρατήσει τα πράγματα μας για μια και όχι δυο ημέρες.

Περπατήσαμε ανάμεσα στα χαλάσματα, ανεβήκαμε στο ψηλό σημείο από όπου βγαίνει η κλασσική κλισέ φωτογραφία τύπου «ήμασταν και εμείς εδώ» και αράξαμε εκεί για όσο επικρατούσε ησυχία τριγύρω. Με την επέλαση των ούννων απομακρυνθήκαμε, ακολουθήσαμε ένα σηματοδοτημένο μονοπάτι που οδηγούσε μακριά απο τον κυρίως χώρο φτάνοντας μέχρι την «γέφυρα των Ίνκας», σε ένα σημείο που πραγματικά κόβει την ανάσα. Το πέρασμα είναι κλειστό φυσικά καθώς είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο και το μονοπάτι δεν έχει συντηρηθεί.

Click εδω για να δείτε εκτεταμένη photo gallery στο blog της Έλενας

Για το Machu Picchu (προφέρεται ΠίΚτσου) δεν μπορώ να γράψω πολλά, οι πληροφορίες στο διαδίκτυο είναι αρκετές για όποιον θέλει να μάθει για το τόπο εκείνο. Η συνολική εντύπωση που αποκομίσαμε ωστόσο, είναι ότι πρόκειται για μια υπερεκτιμημένη, υπερκοστολογημένη εμπειρία, αβανταρισμένη απο το γεγονός ότι ο χώρος εντάχθηκε το 2007 μετά απο ψηφοφορία στη σύγχρονη λίστα με τα νέα θαύματα του κόσμου (link). Τολμώ να πω ότι το Machu Picchu τα οφείλει όλα σε 2 παράγοντες: στη μοναδική τοποθεσία του και σε μια εντατική εκστρατεία προβολής και προώθησης που ξεκίνησε πριν πολλά χρόνια απο το Περουβιανό υπουργείο τουρισμού, η οποία πρέπει να αποτελέσει case study για την επιτυχία της σε κάθε σχολή marketing. Δεν εξηγείται αλλιώς. Προικισμένο απο τη θέση του στη κορυφή ενός βουνού, περιστοιχισμένο από άλλα επιβλητικά βουνά και με μια απότομη χαράδρα να του δίνει αυτό το κάτι παραπάνω, αυτό το «γουάου» που ακούγεται απο κάθε στόμα με το πρώτο αντίκρισμα, αρχιτεκτονικά και ως ανθρώπινο κατασκεύασμα δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο (μπορώ να σκεφτώ αρκετά άλλα μνημεία πολύ πιο εντυπωσιακά). Ακόμα και αν το δούμε στη χρονολογική του διάσταση, κατασκευάστηκε τον 15ο μ.Χ. αιώνα. Υπάρχουν ανθρώπινα κατασκευάσματα πολύ αρχαιότερα που για αυτόν ακριβώς το λόγο θα έπρεπε να προκαλούν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον ή δέος σαν επιτεύγματα της μηχανικής.

Περίμενα πως το Machu Picchu θα καταλάμβανε μια θέση στο top 10 του ταξιδιού μας, αλλά τώρα εκ των υστέρων μπορώ να πω ότι δεν προσεγγίζει καν τη λίστα μας. Πραγματικά, η θέα είναι καταπληκτική, αλλά ως εκεί. Αντίστοιχη θέα ή και καλύτερη συναντήσαμε πολλές φορές στο ταξίδι αυτό. Έτσι, υπήρξε στιγμή που αισθάνθηκα εξαπατημένος απο τις υπερενθουσιώδεις περιγραφές που διάβαζα σε πολλές διαφορετικές πηγές και σε αφιερώματα τύπου «τα 20 μέρη που πρέπει να δείτε σε αυτή τη ζωή» και σε άλλες «bucket lists». Τα ~50 δολάρια για ένα εισιτήριο είναι πολύ απλά ένα εξωφρενικό ποσό, χωρίς να υπολογίζουμε το κόστος του τραίνου για τους περισσότερους επισκέπτες. Πόσο στοιχίζει η είσοδος στην Ακρόπολη? 12 €. Στις πυραμίδες της Αιγύπτου? περίπου 16 €. Στο Κολοσσαίο της Ρώμης? 21 €. Αρκετά μικρότερο αντίτιμο για πολύ πιο εντυπωσιακά και σημαντικά – κατά τη ταπεινή μου άποψη – μνημεία, τους λείπει όμως το … background στο κάδρο της φωτογραφίας! Υπάρχει κόσμος που βάζει ως σκοπό να ταξιδέψει στο Περού με πρωταρχικό στόχο να δει τη χαμένη πόλη των Ίνκας. Όχι, έτσι δεν αξίζει! Το να βρεθείς στο Περού στα πλαίσια ενός μεγαλύτερου ταξιδιού ή και για άλλους λόγους και άρα να το συνδυάσεις με μια επίσκεψη στο Machu Picchu, έτσι ναι, μπορώ να το δεχτώ. Αλλά και πάλι, πασάρεται αδικαιολόγητα ακριβά*.

Φεύγοντας απο το Machu Pichu κάναμε μια στάση στο Agua Calientes για φαγητό προτιμώντας το ίδιο μαγαζί που είχαμε διαλέξει την πρώτη φορά. Στη συνέχεια ξεκινήσαμε με χαλαρό ρυθμό τη πεζοπορία προς τη Santa Teresa απολαμβάνοντας τη φύση στο φαράγγι του ποταμού Urubamba. Στο camping το βράδυ ο καιρός χάλασε με την βροχή να κάνει την εμφάνιση της προβληματίζοντας μας για την κατάσταση στην οποία θα ήταν ο δρόμος το επόμενο πρωί που θα αναχωρούσαμε.

* Γενικότερα ο τουρισμός γύρω απο την ιστορία των Ίνκας πωλείται πολύ ακριβά. Όταν ήμασταν στο Cuzco θελήσαμε να επισκεφθούμε το κεντρικό μουσείο. Μόλις ακούσαμε το αντίτιμο του εισιτιρίου, 50 δολάρια το άτομο, κάναμε μεταβολή.

Στα ίχνη των Ίνκας

Για να πάει κανείς στο Machu Pichu πρέπει αναγκαστικά να περάσει πρώτα από το Agua Calientes, γνωστό και ως «Machu Pichu Pueblo» («χωριό του Machu Pichu»). Για να φτάσεις στο Agua Calientes υπάρχουν δυο τρόποι. Ο mainstream τρόπος σε θέλει να επιβιβάζεσαι  στο τραίνο που εκτελεί το δρομολόγιο Cusco – Agua Calientes πληρώνοντας ένα ακριβό εισιτήριο για να στριμωχτείς σαν σαρδέλα μαζί με τις ορδές των τουριστών που κατακλύζουν τη περιοχή με σκοπό να επισκεφθούν την χαμένη πόλη των Ίνκας.  Αυτή την επιλογή ακολουθεί η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, καθώς στο Agua Calientes δεν οδηγεί κανένας δρόμος. Εμείς θα ακολουθούσαμε έναν εναλλακτικό τρόπο. Θα κυκλώναμε οδικώς με τη μηχανή την ευρύτερη περιοχή της ιερής κοιλάδας των Ίνκας μέχρι το χωριό Santa Teresa,  προσεγγίζοντας το Machu Pichu από την πίσω πλευρά. Στη Santa Teresa θα αφήναμε τη μηχανή και μετά από πεζοπορία θα φτάναμε στο Agua Calientes.

Αναχωρήσαμε από το Cusco με την διαδρομή να ξετυλίγεται πάνω στα Περουβιανά βουνά, εν μέσω καταπληκτικών τοπίων, ανεβαίνοντας μέχρι τα 4.300 μέτρα στο ορεινό πέρασμα Abra Malaga.Έβρεχε σε αρκετά κομμάτια, είχε κρύο και θολούρα, τα σύννεφα κάλυπταν το δρόμο και η εντυπωσιακή θέα θύμιζε έντονα Άλπεις. Μετά το Abra Malaga η φιδίσια κατάβαση μας έφερε 2000 μέτρα χαμηλότερα σε μια περιοχή που δεν είχε καμία ομοιότητα με εκείνη στο βουνό λίγα λεπτά πριν. Πολύ ζέστη, υγρασία και τροπική βλάστηση. Ο δρόμος περνούσε από μικρούς οικισμούς, οι αυλές των σπιτιών ήταν γεμάτες μπανανιές και διάφορα άλλα φυτά που δεν μπορούσαμε φυσικά να αναγνωρίσουμε, μας θύμιζαν όμως εικόνες από τα δάση του Αμαζονίου ή της Αφρικής.

Η άσφαλτος εναλλασσόταν με χώμα, ενώ όσο περνούσε η ώρα και χωνόμασταν πιο βαθιά στις απομακρυσμένες περιοχές της επαρχίας του Cusco και η ανθρώπινη παρουσία ελαττωνόταν, οι οικισμοί ξεμάκραιναν, ο δρόμος ήταν άδειος. Στη Santa Maria έπρεπε να διαβάσουμε προσεκτικά το GPS για να βρούμε την έξοδο του χωριού που θα μας έβγαζε στο χωματόδρομο προς την Santa Teresa. Τα 24 χωμάτινα χιλιόμετρα που ακολούθησαν ήταν φανταστικά. Σε κάποια τμήματα η διαδρομή ήταν απαιτητική, με μεγάλες γούβες από αφράτο χώμα, κυλιόμενη πέτρα και νεροφαγώματα. Κινούμασταν κατά μήκος του ποταμού Urubamba ο οποίος ρέει μέσα σε ένα άγριο φαράγγι, με το πλάτος του δρόμου  να είναι αρκετό μόλις για ένα αυτοκίνητο θυμίζοντας μας λίγο από τον death road της Βολιβίας.

Φτάσαμε στη Santa Teresa απόγευμα κάθιδροι και πήγαμε στο μοναδικό camping του χωριού. Οι υποδομές του υποτυπώδεις. Μια τουαλέτα βρώμικη, μια κουζίνα στημένη σε παράπηγμα, κοτόπουλα αλώνιζαν ελεύθερα στο χώρο των σκηνών και τα κουνούπια ήταν μιλιούνια και αδυσώπητα. Ήταν αδύνατο να σταθούμε οπουδήποτε φορώντας κοντομάνικο ή βερμούδα αφού με το που εμφανιζόταν σάρκα εκτεθειμένη γέμιζε στο δευτερόλεπτο τρύπες από τις οποίες έτρεχε αίμα. Συνεννοηθήκαμε με τον ιδιοκτήτη του camping για να φυλάξει τις αποσκευές μας για μια μέρα, χωρίς να μας χρεώσει επειδή θα αφήναμε τη μηχανή και τη σκηνή μας στημένη στο χώρο του. Ο Benny, ένας νέος περουβιανός ξεναγός ήταν εκεί με μια παρέα Αμερικανών που θα τους πήγαινε στο Machu Pichu. Ήρθε και έπιασε τη κουβέντα. Μπορεί και να ψάρευε για πελάτες, ήταν όμως ευγενικότατος, φιλικός και μιλήσαμε για το ταξίδι ενώ μας έδωσε και κάποιες συμβουλές.

Την επομένη ξεκινήσαμε πολύ νωρίς τη πεζοπορία για να γλυτώσουμε από τη ζέστη. Το μονοπάτι που οδηγεί στο Agua Calientes εκτείνεται κατά μήκος και πλάι στις γραμμές του τρένου ενώ ουσιαστικά βρίσκεται μέσα σε τροπικό δάσος. Μετά από δυόμιση ώρες περπάτημα φτάσαμε στο Agua Calientes.

Το χωριό είναι ο ορισμός του αγγλικού όρου «tourist trap». Είναι χτισμένο σε μια πραγματικά ειδυλλιακή τοποθεσία στο τέλος του φαραγγιού και στους πρόποδες των βουνών, εκεί που αναβλύζουν και ξεπηδούν τα θερμά νερά που στη συνέχεια δημιουργούν το ποτάμι. Όμως κατακλύζεται από τουριστικά μαγαζιά, ακριβά καταλύματα και ακριβά φαγάδικα με τις πιτσαρίες να έχουν την τιμητική τους.

Προσπεράσαμε βιαστικά τις κάτω τουριστικές γειτονιές. Όσο πιο πάνω πηγαίναμε τα πράγματα γινόντουσαν λίγο καλύτερα, λίγο πιο τοπικά με λιγότερη βαβούρα, λιγότερη λαοθάλασσα. Τακτοποιηθήκαμε σε ένα από τα πιο φθηνά ξενοδοχεία και περιπλανηθήκαμε στα ενδότερα του Agua Calientes αναζητώντας τα δρομάκια εκείνα στα οποία τα σουβενίρ και οι gringos απουσιάζουν εντελώς και στα οποία τα ταβερνεία γεμίζουν μόνο με ντόπιους που παραγγέλνουν το φθηνό “menu del dia”. Βρήκαμε ένα έξω από το οποίο τα πιτσιρίκια έπαιζαν μπάλα και οι θαμώνες μέσα τρώγοντας παρακολουθούσαν με αφοσίωση περουβιανό ριάλιτι στη TV. Φάγαμε και περιμέναμε την καταρρακτώδη βροχή να σταματήσει πριν γυρίσουμε στο ξενοδοχείο, ελπίζοντας την επόμενη μέρα που θα ανεβαίναμε στο βουνό να μας κάνει το χατίρι ο καιρός. Το βράδυ μια ακόμα βόλτα στην ίδια γειτονιά έκλεισε όμορφα δοκιμάζοντας βρώμικο στο δρόμο.

extra photo gallery at latris blog: click

Track log:

Cusco

Η νύχτα στο Puno μας είχε αγχώσει. Δεν σταμάτησε να βρέχει και η πρόγνωση του καιρού σε 2-3 site για τις επόμενες ημέρες δεν ήταν ευνοϊκή. Φαινόταν πως η εποχή των βροχών μας είχε προλάβει. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να προσαρμόσουμε το ωράριο μας και κατά περίπτωση τα δρομολόγια μας. Για το πρώτο, θα χρειαζόταν πλέον να ξυπνάμε καθημερινά πολύ νωρίς, κατά τις 6:30. Αυτό γιατί υπάρχει ένα μοτίβο στη βρόχινη εποχή: συνήθως η βροχή ξεκινά το μεσημέρι και διαρκεί μέχρι το ξημέρωμα με διαστήματα ανάπαυλας. Έτσι, δίδεται ένα χρονικό παράθυρο λίγων ωρών το πρωί το οποίο θα προσπαθούσαμε να εκμεταλλευτούμε για να καλύψουμε τις αποστάσεις που θέλαμε.  Όσον αφορά τα δρομολόγια μας, αυτά θα ήταν υπο εξέταση καθημερινά, αναλόγως τη κατάσταση του δρόμου.

Tα πρώτα 200 χιλιόμετρα ήταν βαρετά. Κινούμενοι σε μεγάλα υψόμετρα στο Περουβιανό altiplano, οι επίπεδες εκτάσεις απλώνονταν παντού γύρω μας χωρίς να διαθέτουν κάτι που να κάνει το μάτι να χαζέψει. Στη Juliaca πήραμε μια γερή δόση από μποτιλιάρισμα, ηχορύπανση και καυσαέριο, μιας και εδώ δεν υπάρχει περιφερειακός δρόμος για να παρακάμψεις τη πόλη, όπως συμβαίνει εξάλλου σε όλο το Περού και σε όλη τη Βολιβία. Μετά το χωριό Pichu το τοπίο σταδιακά άλλαζε καθώς πλησιάζαμε όλο και περισσότερο στα άγρια τμήματα των Περουβιανών Άνδεων. Χιονισμένες βουνοκορφές, πράσινες κοιλάδες και ποτάμια μας έκαναν παρέα μέχρι το Cusco. Η διαδρομή ήταν απολαυστική.

Στο Cusco κατευθυνθήκαμε προς το κέντρο εν μέσω έντονης κυκλοφοριακής συμφόρησης και γνωρίζοντας μια νέα οδηγική κουλτούρα. Στη Βολιβία χαρακτηρίσαμε την οδήγηση των ντόπιων δολοφονική, τώρα στο Περού σκεφτόμασταν να αναθεωρήσουμε. Οι Βολιβιανοί έπρεπε να κατέβουν στη κλίμακα και τη πρώτη θέση να καταλάβουν οι Περουβιανοί. Αφήσαμε ένα περιθώριο αμφιβολίας για την ώρα, εξάλλου ήμασταν μόλις 2 μέρες στους δρόμους του Περού.

Φυσικά δεν υπάρχει μαζοχισμός στην πρόθεση μας να καταφεύγουμε στα κέντρα όσων μεγάλων πόλεων είχαν βρεθεί στη πορεία μας. Ήταν αναγκαστική επιλογή. Έξω από αυτά τα αστικά κέντρα δεν υπάρχουν καταλύματα και η αναζήτηση φθηνού χόστελ πάντα οδηγεί στο κέντρο. Στη περίπτωση του Cusco οι επιλογές που μας απέμεναν εξαιτίας των κριτηρίων μας (χαμηλό κόστος και ασφαλές σημείο για τη μηχανή) ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του χεριού. Σε κάθε ένα από  τα προτεινόμενα budget hostels στον οδηγό του Lonely Planet είτε δεν θα υπήρχε πάρκινγκ είτε το πλάτος της κύριας εισόδου θα ήταν τόσο στενό που ήταν αδύνατο να περάσει η μηχανή μέσα για να την αφήσουμε σε μια γωνιά της ρεσεψιόν (συνηθισμένη πρακτική) ή στην εσωτερική αυλή. Τη λύση έδωσε- για πολλοστή φορά στο ταξίδι – το horizonsunlimited. Από το hostal Estrellita είχαν περάσει αμέτρητοι μοτοταξιδιώτες στο παρελθόν και ήμασταν τυχεροί που είχε διαθέσιμο δωμάτιο. Με τη βοήθεια του συμπαθέστατου ιδιοκτήτη ξεκινήσαμε τη δημιουργία αυτοσχέδιας ράμπας ώστε να μπορέσω να περάσω τη μηχανή από τα μεγάλα εξωτερικά σκαλοπάτια στην εσωτερική αυλή. Αυτή τη φορά ήταν πιο εύκολα τα πράγματα σε σχέση με το Puno καθώς δεν χρειάστηκε να ισορροπήσουμε τη μηχανή κρατώντας τη δεξιά-αριστερά, μπορούσα να πάρω φόρα και να ρολλάρω στην αυλή. Τακτοποιηθήκαμε και βγήκαμε για περπάτημα στο ιστορικό κέντρο της πόλης και για να πάρουμε προμήθειες.

Το ιστορικό κέντρο του Cusco είναι ένας εξαιρετικά δημοφιλής και άκρως τουριστικός προορισμός και κατά συνέπεια είναι και πολύ ακριβό για τα δεδομένα του Περού. Είναι βέβαια πραγματικά όμορφο, με τα αποικιοκρατικής αρχιτεκτονικής κτίρια, τους ναούς, τις αψίδες, τα μοναστήρια, τα οχυρωματικά τείχη και τα παραδοσιακά σπίτια να συνθέτουν ωραίες εικόνες σε πολλές γωνιές της παλιάς πόλης. Το σημερινό στάτους του όμως το οφείλει κυρίως στο πασίγνωστο Machu Pichu καθώς το Cusco είναι η πλησιέστερη μεγάλη πόλη στο σημαντικό αυτό μνημείο, αποτελώντας έτσι το μοναδικό σταθμό μετεπιβίβασης για όλους τους επισκέπτες του μυστηριακού βουνού. Οι ορδές των τουριστών από όλο τον κόσμο που έρχονται κάθε χρόνο στη πόλη της έχουν προσφέρει ανάπτυξη και ευημερία και μια γερή νότα μοντέρνου δυτικού … «πολιτισμού».  Ανάμεσα στα αμέτρητα μαγαζιά με τα τουριστικά είδη και τα σουβενίρ υπάρχουν πολυτελή gourmet εστιατόρια, trendy καφετέριες, πεντάστερα χλιδάτα ξενοδοχεία και πανάκριβες μπουτίκ.

click here for extra photo gallery at latris blog

Για τους θιασώτες των 2 τροχών, στη κεντρική πλατεία υπάρχει μια pub με ιστορία. Η Norton pub ή Norton Rats Tavern και φυσικά δεν γινόταν να μην καθίσουμε για λίγο εκεί πίνοντας ένα καφέ το απόγευμα.

Norton Pub, Cusco

Γυρίσαμε στο χόστελ και με ευχάριστη έκπληξη είδαμε μια ακόμη μηχανή παρκαρισμένη στην αυλή. Ένα 1200GS με βρετανικές πινακίδες και σκωτσέζικη σημαία. Αράξαμε στην αυλή περιμένοντας να εμφανιστεί ο αναβάτης. Όταν άνοιξε μια πόρτα παραδίπλα είδα μια φιγούρα ενός ηλικιωμένου να βγαίνει αργά, κουτσαίνοντας και βαστώντας μια μαγκούρα. Σκέφτηκα πολύ λογικά ότι δεν μπορεί να ήταν εκείνος ο αναβάτης. Σήκωσε το κεφάλι του, αντίκρισα τη σκωτσέζικη σημαία στο καπελάκι που φορούσε και έμεινα να τον κοιτάζω. Του πιάσαμε τη κουβέντα. Δεν τον ρώτησα πόσο χρονών ήταν, ντράπηκα. O Mike, συνταξιούχος, ήταν για 2η φορά στη νότια Αμερική. Τη πρώτη είχε καλύψει ένα μέρος της ηπείρου, είχε αφήσει τη μηχανή στην Ουρουγουάη και είχε επιστρέψει στη πατρίδα του για λίγους μήνες. Μετά ξαναβρέθηκε στη νότια Αμερική για να συνεχίσει το ταξίδι του. «Μα τι να κάνω? Να κάθομαι σπίτι να κουρεύω το γκαζόν? Μπα…». Μιλήσαμε για τη διαδρομή, ανταλλάξαμε κάποιες πληροφορίες και τον καληνυχτίσαμε. Μετά από δυο βράδια στο Cusco θα αναχωρούσαμε πολύ νωρίς το επόμενο πρωί. Ο Mike είχε σκοπό να μείνει αρκετές μέρες εκεί. Θα τον ξανασυναντούσαμε …

Με τον Mike απο τη Σκωτία
Με τον Mike απο τη Σκωτία

Track log:

Στα νησια της λιμνης Titicaca

Νωρίς το πρωί ήμασταν στην προβλήτα από όπου ξεκινούν τα καραβάκια για τα νησιά της λίμνης. Είχαμε ενταχθεί σε ένα γκρουπ τουριστών μαζί με αγγλόφωνο ξεναγό αν και γενικά δεν μας αρέσει η ιδέα του «πακέτου», του φιξαρισμένου, της καθοδήγησης. Δεν μας ταιριάζει, δεν συμβαδίζει με την όλη ιδέα αυτού του ταξιδιού, ειδικά όταν έχουμε τη δυνατότητα διαβάζοντας και ψάχνοντας να ανακαλύψουμε μόνοι μας ένα νέο τόπο. Ήταν η πρώτη (και η μοναδική) φορά στο ταξίδι που απευθυνθήκαμε σε ξεναγό και ήμασταν επιφυλακτικοί για αυτή την επιλογή μας.

Η πρώτη στάση θα ήταν στα “Islas Flotantes”, στα «νησιά που επιπλέουν» όπου κατοικεί η φυλή Uros. Καραβάκι του πάλαι ποτέ, της υπομονής. Καθώς πλησιάζαμε η πλωτή πολιτεία ξεπρόβαλε στον ορίζοντα και το θέαμα ήταν τουλάχιστον ιδιαίτερο. Κατευθυνθήκαμε σε ένα από τα νησιά όπου αποβιβαστήκαμε με τις γυναίκες των οικογενειών που μένουν εκεί να έχουν ετοιμάσει υποδοχή με τραγούδι, ντυμένες στις πολύχρωμες παραδοσιακές φορεσιές τους. Αμέσως με το πρώτο πάτημα νιώθεις το «έδαφος» από κάτω σου να κινείται. Είναι σαν να πατάς πάνω σε ένα πλωτήρα. Ή σε μια σχεδία. Τα νησιά είναι πολύ μικρά. Φτιάχνονται από τα καλάμια που φυτρώνουν στις όχθες τις λίμνης, χρησιμοποιώντας μαζί και το χωμάτινο υπόστρωμα των ριζών τους το οποίο σχηματίζει το πρώτο υδατοστεγές επίπεδο της πλωτής πλατφόρμας. Σε κάθε ένα κατοικούν 2-3 οικογένειες και το κάθε ένα έχει τον αρχηγό του. Ζουν τρώγοντας όσα τους παρέχει η λίμνη, δηλαδή ψάρια και τα καλάμια οι ρίζες των οποίων είναι βρώσιμες, και η κυριότερη πηγή εσόδων τους είναι οι επισκέπτες.

Για κάποιο λόγο όμως, αυτό το θέαμα μου έδινε έντονα την εντύπωση μιας καλά στημένης τουριστικής βιομηχανίας. Δέχομαι ότι όλο το σκηνικό μπορεί να είναι όντως μια αντιπροσωπευτική εικόνα της ζωής των Uros από τις παλιές εποχές, αλλά ως εκεί. Ένα «σκηνικό», μια αναπαράσταση. Ίσως οι «κάτοικοι» των νησιών είναι γνήσιοι απόγονοι των Uros, αλλά όσο και αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να χωνέψω ότι αυτοί οι άνθρωποι όντως ζουν σήμερα στη λίμνη. Σκεφτόμουν ότι ζουν στο Puno και πως η παρουσία τους στην καλαμένια πολιτεία είναι απλά η δουλειά τους. O λόγος για αυτή την εντύπωση ήταν η έντονα στημένη παρουσία τους. Οι κινήσεις τους φαινόντουσαν όλες υπολογισμένες, ήταν πραγματικά σαν να παρακολουθούσα μια θεατρική παράσταση και όχι κάτι αληθινό. Μπορεί και να κάνω λάθος. Στη περίπτωση αυτή, ίσως πρέπει να αναθεωρήσουν (εκείνοι ή όποιος αρμόδιος φορέας αποφασίζει) τον τρόπο που πουλάνε την ιστορία τους και την κουλτούρα τους. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω που κολλάει σε αυτά τα παραδοσιακά χρώματα, σε αυτή τη σπάνια γλώσσα που μόνο εκεί την μιλάνε, το να στήνονται στη σειρά και να τραγουδάνε στους επισκέπτες του νησιού δημοφιλή αγγλόφωνα ποπ τραγούδια (γιατί όχι κάτι πιο πιστό στη ήθη και έθιμα τους?) και να κλείνουν τη ξενάγηση με ατάκες όπως «hasta la vista baby».

Επιβιβαστήκαμε στο καραβάκι και συνεχίσαμε για το νησί Amantani ελπίζοντας να δούμε κάτι λιγότερο τουριστικό. Εν τέλει, αυτό που ζήσαμε εκεί αποτέλεσε μια από τις καλύτερες, από τις πιο δυνατές εμπειρίες όλου του ταξιδιού!

Οι κάτοικοι του Amantani είναι ιθαγενείς quechua, μιλούν την αντίστοιχη διάλεκτο και πολύ λίγα ισπανικά, ζουν αποκλειστικά από γεωργικές δραστηριότητες στο νησί και από λιγοστά έσοδα από τους επισκέπτες του νησιού, οι οποίοι όμως δεν είναι τόσο πολλοί όσο αυτοί που πάνε στα πλωτά νησιά. Δεν τρώνε καθόλου κρέας, δεν έχουν ηλεκτρισμό στο νησί παρά μόνο για λίγες ώρες, λειτουργώντας γεννήτριες. Δεν υπάρχουν ξενοδοχεία ή ξενώνες, ούτε εστιατόρια.

Φτάνοντας στο νησί μας περίμεναν ντόπιοι ντυμένοι και εδώ με τις παραδοσιακές τους ενδυμασίες. Ήμασταν καμιά 20αριά επισκέπτες όλοι και όλοι. Ο ξεναγός μας σύστησε με την Rebeca, μια μικροκαμωμένη ρυτιδιασμένη γυναίκα η οποία έδειχνε 60 ετών αλλά δεν πρέπει να ήταν πάνω από 40. Μας πήρε και μας πήγε στο σπίτι της οικογένειας της όπου θα μέναμε για το βράδυ. Ξεκίνησε να μας ετοιμάζει μεσημεριανό, σε μια πλινθόκτιστη κουζίνα, όπως πλινθόκτιστα είναι και όλα τα σπίτια τους. Τα υπνοδωμάτια ήταν σε διαφορετικό κτίσμα. Υποτυπώδη, με τα απολύτως βασικά και απαραίτητα. Χωρίς κρεβάτια, ένα τραπεζάκι, 2-3 μικρά έπιπλα. Το δωμάτιο που θα κοιμόμασταν εμείς είχε κρεβάτια, ένα κομοδίνο και αυτό ήταν όλο.

Το φαγητό ήταν απλό και λιτό. Λιγοστό. Αλλά δεν μπορείς να πείς τίποτα κακό. Το αντίθετο, πρέπει να πείς ένα μεγάλο ευχαριστώ.  Έτσι ζουν, αυτή είναι η καθημερινότητα τους και πρέπει να τη σεβαστείς. Πρέπει να προσπαθήσεις να καταλάβεις τις επιλογές τους, τις συνθήκες διαβίωσης, τις δυνατότητες που έχουν ή εκείνες που δεν τους παρέχονται.

Ενώ εμείς περιμέναμε να ετοιμαστεί το φαγητό, ήρθε ο άντρας της, μας χαιρέτησε με ένα μεγάλο χαμόγελο, ήρθαν και τα παιδιά τους, ένα γλυκύτατο κοριτσάκι και ένα αγοράκι που μου είπε πως όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει μηχανικός συστημάτων. Με ρώτησε «es possible?». Είναι πιθανό? Μπορώ? Του χαμογέλασα και του είπα «si! Todo es possible». Όλα γίνονται. Δεν θα του έδινα καμία άλλη απάντηση, παρά μόνο κάποια που να μη του στερήσει την ελπίδα του για κάτι λαμπρό, για ένα καλύτερο μέλλον.

Η Rebeca σέρβιρε πρώτα εμάς και στη συνέχεια τα μέλη της οικογένειας της. Εκείνη θα έτρωγε τελευταία. Και ενώ σε εμάς προσφέρθηκε το τραπέζι, εκείνοι όλοι τους κάθησαν σε μια γωνία δίπλα στο φούρνο, πάνω σε ξύλα, ταπεινά και σιωπηλά. Αισθανθήκαμε άσχημα. Κάποια στιγμή ο άντρας της κοίταξε προς το μέρος μας, του έκανα νόημα να έρθει στο τραπέζι να φάει μαζί μας και τότε ήρθε. Με σπαστά ισπανικά μας είπε πόσο δύσκολη είναι η ζωή εκεί. Ότι τα παιδιά του πάνε σχολείο και μετά όλη μέρα βοηθάνε στις δουλειές στα χωράφια. Συνεχίσαμε τη κουβέντα πίνοντας τσάι με φρέσκια άγρια μέντα από το κήπο τους.

Το απόγευμα ξεκινήσαμε πεζοπορία προς τη μια από τις δυο κορυφές του νησιού, τη Pachamama που σημαίνει «μητέρα Γή». Απέναντι της βρισκόταν η έτερη κορυφή, η Pachatata, η μετάφραση της οποίας είναι λίγο άκομψη (Πατέρας Γη). Παρακολουθήσαμε τον ήλιο να χάνεται στον ορίζοντα της λίμνης Titicaca ενώ φώτιζε και χρυσάφιζε τις χιονισμένες Άνδεις πίσω μας. Πανδαισία.

Μετά το βραδινό φαγητό, η Rebeca εμφανίστηκε στη κουζίνα κρατώντας παραδοσιακές φορεσιές. Ήταν για εμάς. Έντυσε την Έλενα και από το γέλιο τoυς μάλλον το διασκεδάζανε και οι δυο τους. Η περίπτωση μου ήταν πολύ πιο απλή. Ένα βαρύ μάλλινο πλεχτό ριχτάρι φορεμένο πάνω από τα ρούχα μου και ένα σκουφί. Βγήκαμε έξω και ακολουθήσαμε την οικοδέσποινα μας προς το καφενείο του χωριού. Εκεί είχαν ετοιμάσει μια μουσική βραδιά για όλους τους επισκέπτες του νησιού. Τοπική μουσική και χορός και η βραδιά έκλεισε ευχάριστα και με ανάμεικτα συναισθήματα. Το πρωί σηκωθήκαμε στις 6:30. Τελειώσαμε με το πρωϊνό που μας ετοίμασε η Rebeca και μας συνόδεψε μέχρι το λιμανάκι του νησιού για την αναχώρηση μας.

Περισσότερες φωτογραφίες απο τα πλωτά νησιά και το Amantani στο blog της Έλενας: click εδώ

Το πρόγραμμα της ημέρας περιελάμβανε μια σύντομη επίσκεψη σε ένα ακόμα νησί της λίμνης, το Taquile. Εκεί τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά σε σχέση με το Amantani. Οι κάτοικοι του απολαμβάνουν μια διεθνή αναγνώριση. Πριν λίγα χρόνια η Unesco τους απένειμε το τίτλο των καλύτερων χειροτεχνών υφαντών και πλεκτών στο κόσμο. Περπατήσαμε για λίγο στο νησί μαθαίνοντας για τα περίεργα ήθη και έθιμα τους, κατά τα οποία οι γυναίκες κάνουν τις περισσότερες δουλειές στο σπίτι και στα χωράφια ενώ οι άντρες είναι εκείνοι που ασχολούνται αποκλειστικά με το πλέξιμο. Μάλιστα, ο ισχυρότερος άντρας του νησιού και αρχηγός της κοινότητας δεν επιλέγεται με κριτήρια όπως πχ τα περισσότερα και μεγαλύτερα κοπάδια ζώων ή τις περισσότερες ιδιοκτησίες γής, αλλά με βάση τα καλύτερα πλεκτά! Ακόμα και η επιλογή γαμπρού γίνεται από τον πατέρα της νύφης αφού περάσει τον υποψήφιο από 3ετείς δοκιμασίες πλεξίματος, μια εκ των οποίων είναι να φτιαχθεί ένας πλεχτός σάκος ο οποίος θα πρέπει να έχει τόσο γερή και πυκνή ύφανση ώστε να αντέχει πολύ μεγάλο βάρος και γεμίζοντας τον νερό να μη τρέξει ούτε μια σταγόνα μέσα από το πλεκτό!

Παρόλο που αυτά που μας έλεγε ο ξεναγός ήταν ενδιαφέροντα, η σύντομη επίσκεψη μας στο Taquile δεν είχε το ίδιο άρωμα με εκείνη στο Amantani. Δεν ξέρω αν φταίει η απονομή του τίτλου της Unesco, αλλά οι κατοικοι του Taquille δεν προσεγγίζονται εύκολα.  Ήταν κάτι που μας το επισήμανε ο ξεναγός και το διαπιστώσαμε και οι ίδιοι. Ύφος μάλλον υπεροπτικό. Δεν δέχονται να τους φωτογραφίσεις αυθόρμητα, παρά μόνο μετά από συνεννόηση και πληρωμή. Δεν πιάνουν κουβέντα. Σε αντίθεση με το Amantani όπου από την πρώτη επαφή με τους ανθρώπους του, σκεφτόμασταν ότι θέλουμε να περάσουμε χρόνο μαζί τους, στο Taquile δεν βλέπαμε την ώρα να φύγουμε.

Επιβιβαστήκαμε στο καραβάκι και πήραμε τον 3ωρο πλου της επιστροφής για το Puno, με μια ενδιάμεση στάση για ξεμούδιασμα στα πλωτά νησιά. Στο Puno πρότεινα να φάμε σε μαγαζί άκρως τουριστίκ. Αποτυχία grande. Ποσότητα και ποιότητα επιεικώς απαράδεκτες. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο και ξεκινήσαμε να ετοιμάζουμε τα πράγματα μας για την αναχώρηση της επόμενης ημέρας. Το βράδυ άνοιξαν οι ουρανοί. Θα έβρεχε καταρρακτωδώς όλη τη νύχτα. Μια πρόγνωση καιρού στο internet έδινε βροχές κατά διαστήματα για όλες τις επόμενες ημέρες. Welcome rainy season …

Εισοδος στο Περου

Μια νέα χώρα ανοιγόταν μπροστά μας και αυτό ήταν αρκετό για να καβαλήσουμε τη μηχανή αισθανόμενοι ενθουσιασμό και αναζωογονημένοι. Είχαμε μεγάλες προσδοκίες για το Περού, οφειλόμενες κυρίως σε ιστορίες ταξιδιωτών που είχα διαβάσει στο advrider.com. Όμως είχαμε και ένα άγχος. Ο μεγάλος αντίπαλος που ανέφερα στο τέλος του προηγούμενου ποστ ήταν η εποχή των βροχών.

Το Περού καλύπτει μια μεγάλη γεωγραφική έκταση με πολλές διαφορετικές κλιματικές ζώνες και με τις εποχές να μην έχουν τα χαρακτηριστικά που γνωρίζουμε στη Μεσόγειο. Στα δυτικά, κατά μήκος της ακτογραμμής του ειρηνικού ωκεανού το κλίμα είναι άνυδρο και ζεστό σχεδόν όλο το χρόνο. Δεν έχει σημασία αν θα βρεθείς εκεί Ιανουάριο μήνα ή Ιούνιο. Οι συνθήκες θα είναι λίγο πολύ ίδιες.

Μόλις μια εκατοντάδα χιλιομέτρων ανατολικότερα της ακτογραμμής υψώνονται οι Άνδεις που διατρέχουν όλη τη χώρα, όπως και όλη την ήπειρο άλλωστε. Στο περουβιανό λοιπόν τμήμα της μεγάλης οροσειράς διακρίνονται δυο εποχές. Η ξηρή εποχή,  που διαρκεί χοντρικά από τον Μάιο εως τον Σεπτέμβριο και εκείνη των βροχών, που ξεκινά σταδιακά από τον Οκτώβριο και διαρκεί εώς τον Απρίλιο. Οι θερμοκρασίες έχουν μικρή διακύμανση όλο το έτος χωρίς να καταλαβαίνεις χειμώνα ή καλοκαίρι, όμως η ποσότητα του νερού που πέφτει την εποχή των βροχών δεν είναι αστεία. Ρίχνει σχεδόν καθημερινά, με ένταση και για αρκετές ώρες. Από μόνο του βέβαια, κάτι τέτοιο δεν καθιστά το ταξίδι με μοτοσικλέτα απαγορευτικό. Σίγουρα προσθέτει κάποιες δυσκολίες, δεν επιτρέπει το camping, χαλάει τις ευκαιρίες για φωτογράφιση και δεν αφήνει να ευχαριστηθείς το τοπίο. Όμως το σοβαρότερο πρόβλημα είναι άλλο. Το αρχικό μας πλάνο ήταν να διασχίσουμε το Περού από νότο προς βορρά παραμένοντας εξολοκλήρου στην ορεινή ζώνη στην οποία οι περισσότερες διαδρομές, οι καλές, εκείνες που προσφέρουν τις καλύτερες εικόνες και σε φέρνουν πιο κοντά στα χωριά με το ανόθευτο περουβιανό στοιχείο, είναι χωμάτινες. Ακατάπαυστη καθημερινή βροχόπτωση και πολύ χώμα σε μια γεωλογικά ασταθή περιοχή, δεν είναι καθόλου μα καθόλου καλός συνδυασμός.

Αυτός ήταν ο λόγος που η καθυστέρηση στην άφιξη της μηχανής, περίπου ένα μήνα πριν, με είχε τσατίσει άσχημα. Ήταν ο λόγος που είχαμε αλλάξει τα σχέδια μας, εγκαταλείποντας την επίσκεψη στους καταρράκτες Iguazu και την διάσχιση της Παραγουάης μετέπειτα, προκειμένου να προλάβουμε να μπούμε στο Περού πριν ανοίξουν οι ουρανοί. Ήταν ο λόγος που στη Βολιβία ήμασταν περισσότεροι βιαστικοί από όσο θα επιθυμούσαμε.

Βολιβία τέλος λοιπόν! Ξεμπερδέψαμε με τον  έλεγχο διαβατηρίων στην Βολιβιανή πλευρά εύκολα και γρήγορα. Λιγα μέτρα παρακάτω, στο συνοριακό σταθμό του Περού ήμασταν οι μόνοι ταξιδιώτες τη στιγμή εκείνη. Οι διαδικασίες απλές με τους αξιωματικούς να έχουν όρεξη για κουβέντα. Το ελληνικό εξαγώγιμο προϊόν που γνώριζαν οι συνομιλητές μας αυτή τη φορά – μετά το επικό «Aaaah Papandreou» στην Βολιβία, περίμενα τα πάντα πλέον – περιορίστηκαν στο Zorba. Κλασσική αξία. Ο Walter, ένας κράχτης που έστηνε καρτέρι για τουρίστες προτείνοντας τους ξενοδοχεία στο Cusco, ήταν λαλίστατος. «Να πιείς Cusquena οπωσδήποτε…» είπε, «… είναι η καλύτερη μπύρα στη χώρα». Μας έδωσε και το φυλλάδιο ενός ξενοδοχείου, φθηνού όπως του ζήτησα. «Να πείς ότι σε στέλνω εγώ, θα σου κάνουν έκπτωση». Τον ευχαρίστησα αν και κοιτώντας τις φωτογραφίες στο έντυπο, φαινόταν πολυτελές και μάλλον θα ήταν εκτός του budget μας.

Αφήσαμε πίσω μας τα σύνορα με προορισμό μας το Puno, μια παραλίμνια πόλη που δεν έχει να προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο, είναι όμως πύλη για τα νησιά της Titicaca, της μεγαλύτερης λίμνης της νοτίου Αμερικής, σε υψόμετρο ~ 3.800 μέτρα. Η διαδρομή προς τα εκεί ήταν αδιάφορη, όμως είχαμε την αίσθηση ότι κινούμασταν παραλιακά και αυτό ήταν ευχάριστη αλλαγή μετά από 20 και πάνω μέρες στα βουνά.

Στο Puno κατευθυνθήκαμε στο κέντρο αφού εκεί ήταν τα πιο φθηνά ξενοδοχεία. Ήθελα να βρω ένα στο οποίο θα μπορούσαμε να αφήσουμε τη μηχανή με ασφάλεια ενώ εμείς θα λείπαμε για ένα 24ωρο επισκεπτόμενοι τα νησιά της λίμνης. Η μοναδική επιλογή ήταν τελικά το Hostal Monterey. Πρώτα έπρεπε να πείσω τους αστυνομικούς στην αρχή του πεζόδρομου να με αφήσουν να τον περάσω με τη μηχανή. «No es possible senor». Μα πρέπει για να βάλω τη μηχανή στο πάρκινγκ τους είπα. Με κοίταζαν με το βλέμμα της αγελάδας. «Νο hay cochera en Monterey senor». Ναι ναι, δεν έχει γκαράζ, μέσα στη ρεσεψιόν θα τη βάλω τους είπα. Επαναλαμβανόμενο βλέμμα αγελάδας εκ μέρους τους. Με τα πολλά τους έπεισα ή μπορεί και να είχαν την περιέργεια να δουν για τι πράγμα τους μιλούσε ο ηλίθιος gringo και με ακολούθησαν μέχρι το χόσταλ. Ο Percy ο ρεσεψιονίστ έκανε κυριολεκτικά την είσοδο του Monterey αγνώριστη για να χωρέσει η μηχανή μέσα από τη ρεσεψιόν μετακινώντας όλα τα έπιπλα. Έπρεπε όμως να κατεβάσουμε τη μηχανή και από 2 σκαλοπάτια τεράστια και το να πάρω φόρα για να μπώ μέσα δεν ήταν επιλογή, δεν υπήρχε αρκετός χώρος για να φρενάρω μετά. «Maderas» μου είπε και έφερε από την αποθήκη μισή ντουζίνα ξύλα φτιάχνοντας μια πρόχειρη ράμπα. Τα καταφέραμε γλυτώνοντας από το γραφείο στα αριστερά στη παρά τρίχα. Οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν είχαν μείνει κάγκελο. Σπρώξαμε τη μηχανή στο βάθος, βοηθήσαμε τον Percy να ξαναφτιάξει το χώρο, και περπατήσαμε στο Puno.

Track log: