Αρχείο ετικέτας Bolivia

Κλεινοντας το κεφαλαιο Βολιβια

Φύγαμε από την Copacabana στις 18 Οκτωβρίου με πορεία προς τα σύνορα Βολιβίας – Περού, στα οποία φτάσαμε μετά από λίγα λεπτά αφου χαθήκαμε και περιπλανηθήκαμε μέσα σε χωματόδρομους στους οποίους δεν υπήρχε καμία ταμπέλα να μας κατευθύνει και με το GPS να δείχνει το κενό! Για άλλη μια φορά, απρόβλεπτη Βολιβία!. Κάθε μέρα! Αυτή η λέξη, απρόβλεπτη, είναι μια από αυτές που θα μας μείνουν ως ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της χώρας.

Συνολικά ταξιδέψαμε για 19 μέρες στη Βολιβία, διανύοντας 2450 χιλιόμετρα. Προσμετρώντας μαζί και τις πρώτες ημέρες από τη στιγμή που πατήσαμε στις Άνδεις, ζήσαμε ακραίες συνθήκες για τα δεδομένα ενός ταξιδιού με μοτοσικλέτα, ανεβαίνοντας μέχρι τα 5020 μέτρα υψόμετρο αγκομαχώντας, οδηγώντας σε θερμοκρασίες από -8ο C εώς 37ο, πότε με χαλάζι, πότε κάτω από έναν ήλιο που θαρρείς ότι σε ψήνει σε δευτερόλεπτα.

Κάθε μέρα έπρεπε να μελετάμε προσεκτικά τους χάρτες για την πορεία της επόμενης ημέρας και να κάνουμε υπολογισμούς για τα διανυθέντα χιλιόμετρα, λογαριάζοντας τα αποθέματα μας σε καύσιμο και σε εφόδια, όπως σε κανένα άλλο οδοιπορικό στο παρελθόν. Υπήρξε μέρα στο altiplano που ξεκινήσαμε κουβαλώντας 8 λίτρα νερό και μέχρι το επόμενο πρωί αυτό είχε τελειώσει χωρίς να ξέρουμε που θα μπορέσουμε να το αναπληρώσουμε, ενώ είχαμε ήδη αφυδατωθεί ως συνέπεια της ακτινοβολίας, της έλλειψης οξυγόνου και της έντονης σωματικής προσπάθειας.

Δεν είναι υπερβολή να πω ότι όση εμπειρία είχα αποκομίσει από τα προηγούμενα ταξίδια με τη μηχανή, στη Νότια Αμερική και ιδιαίτερα στη Βολιβία δεν είχε καμία συνεισφορά, δε μετρούσε, δεν βοηθούσε. Ήταν σαν να ταξίδευα πρώτη φορά. Χρειαζόταν ολικό reset σε αυτά που ήξερα. Ένας τελείως διαφορετικός κόσμος, με διαφορετικές απαιτήσεις στη διαχείριση των δυνάμεων μου, της ψυχολογίας, στη προετοιμασία της μηχανής, στους καθημερινούς χειρισμούς σε κάθε επίπεδο.

Προσωπικά μιλώντας, οι ημέρες στα άγονα και ερημικά υψίπεδα της νοτιοδυτικής Βολιβίας αποτέλεσαν την πιο απαιτητική και μακράν δυσκολότερη δοκιμασία στην οποία έχω υποβληθεί ποτέ, σωματικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά. Και όμως, αν με ρωτήσει κανείς σήμερα, αν μου δινόταν η δυνατότητα να ξανακάνω ένα και μόνο ένα κομμάτι του ταξιδιού ποιο θα επέλεγα, εκείνο θα ήταν. Εκείνο εκεί που βουλιάζαμε στην άμμο, που με τα χίλια ζόρια κρατούσα τη μηχανή όρθια κάθε λίγα μέτρα, που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Εκεί που υπήρξαν στιγμές απόγνωσης, που μονολογούσα με τον εαυτό μου αναρωτώμενος πως θα ξεμπλέξουμε από αυτή τη κατάσταση, σκεφτόμενος ότι ίσως έχουμε κάνει ένα πολύ μεγάλο λάθος, με ένα σωρό άγχη και φοβίες να βγαίνουν στην επιφάνεια. Εκεί θα ήθελα να ξαναβρεθώ. Δεν είναι μαζοχισμός. Είναι αφενός το εξωπραγματικό τοπίο το οποίο ξεπερνά κάθε φαντασία, ασκώντας μια ακαταμάχητη και ανεξήγητη έλξη, που τα λόγια αδυνατούν να την περιγράψουν. Και αφετέρου είναι το γεγονός ότι η επιτυχής διάσχιση του δημιούργησε ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ευφορίας και επιτεύγματος προσωπικού αλλά και ομαδικού . Το τελευταίο προκύπτει από το γεγονός ότι όταν βρίσκεσαι σε μια διαρκή καθημερινή δοκιμασία, κατά την οποία καλείσαι να συνεργαστείς με τον διπλανό σου, πρέπει να βγάλεις τον καλύτερο σου εαυτό. Αυτό το ταξίδι, αυτή η χώρα ή θα μας έδενε ή θα μας τσάκιζε.

Οι σκέψεις της Έλενας ταυτίζονται. Μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με τα παραπάνω, και παρόλο που ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ λόγω των προβλημάτων με το στομάχι της, λέει πως θα επέλεγε ξανά τον ίδιο τρόπο σίτησης. Το μόνο που θα άλλαζε θα ήταν το να μπορούσε να βρεθεί στη Βολιβία με τη δική της μηχανή, κάνοντας τα πράγματα πιο εύκολα και για τους δύο μας (μάλλον).

Χώρα γεμάτη αντιθέσεις, η Βολιβία μας κέρδισε παρά τις κακές στιγμές της με τη δολοφονική οδήγηση των ντόπιων και την άρνηση διάθεσης βενζίνης στους ξένους. Έρημος και κρύο στα δυτικά, τροπικό δάσος και αφόρητη ζέστη στα ανατολικά. Έντονη φτώχεια και εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες διαβίωσης στο altiplano και όμως οι λιγοστοί κάτοικοι εκεί ήταν οι πιο χαμογελαστοί και οι πιο πρόθυμοι να μας μιλήσουν. Σαφώς ανώτερο βιοτικό επίπεδο στα βόρεια και ταυτόχρονα άνθρωποι δυσκολότεροι στη προσέγγιση. Τελικά αυτά τα δυο πάνε μαζί σε όποιο σημείο του πλανήτη και αν βρίσκεσαι.

Οι «Amerindians» μας ξάφνιασαν ευχάριστα. Μια νέα – για εμάς – κουλτούρα, γεμάτη χρώμα, γεμάτη ζωή. Στο Potosi είδαμε την εργατική τάξη, τους ανθρώπους που ζούν από τα ορυχεία της περιοχής, το γνήσιο ιθαγενές στοιχείο της χώρας. Στο Sucre είδαμε την αριστοκρατία, στη La Paz λίγο από όλα, τις συνοικίες με τις παράγκες και τα πλινθόκτιστα σπίτια και τα πλούσια προάστια με τα πανάκριβα γυαλιστερά SUV να γεμίζουν τους δρόμους.

Μακάρι να μπορούσαμε να μέναμε στην Βολιβία περισσότερες μέρες. Όμως ο χρόνος μας πίεζε. Η μεγάλη καθυστέρηση στην άφιξη της μηχανής στην αρχή του ταξιδιού μας είχε φέρει αντιμέτωπους με έναν αντίπαλο στο Περού τον οποίο θέλαμε να αποφύγουμε! Όμως περισσότερα για αυτό σε επόμενο ποστ!

Τα στατιστικά μας:

  • Μέρες παραμονής στη Βολιβία : 19
  • Διανυθέντα χιλιόμετρα: άσφαλτος / offoad: 1696 / 754
  • Μέσο κόστος βενζίνης : 0,90 ευρώ/λίτρο.
  • Διανυκτερεύσεις: σε σκηνή free / σκηνή σε camping / σε χόστελ : 1 / 2 / 16
  • Μέσο κόστος διανυκτέρευσης ανά άτομο: 4,8 ευρώ
  • Ημέρες με διατροφή self-catered / έτοιμη: 7 / 12
  • Μέσο ημερήσιο κόστος διατροφής κατά άτομο:  4,7 ευρώ
  • Το κόστος του έτοιμου φαγητού όπως και των χόστελ στην Βολιβία είναι τόσο χαμηλό που τις περισσότερες φορές δεν έχει νόημα να μαγειρέψεις το φαγητό σου ή να κατασκηνώσεις, εκτός και αν είναι απαραίτητο λόγω των συνθηκών.

blogRS-0889

Advertisements

Οδηγωντας στον πιο επικινδυνο δρομο του κοσμου

Στεκόμασταν εκεί λοιπόν, στην αρχή του «δρόμου του θανάτου»! «Εl camino de la Muerte», o παλιός δρόμος Yungas, ο δρόμος της μοίρας, ο δρόμος για το Coroico. Όλα αυτά είναι τα ονόματα μιας διαδρομής της οποίας οι φωτογραφίες κυκλοφορούν εδώ και χρόνια στο ίντερνετ απεικονίζοντας οχήματα να κρέμονται στο χείλος του γκρεμού και συνοδευόμενες απο πομπώδεις περιγραφές και απο αναφορές για 200-300 θανάτους ετησίως.

Ο δρόμος βρίσκεται βορειοανατολικά της La Paz και μέχρι πρόσφατα αποτελούσε την μοναδική σύνδεση με την αμαζονιακή επαρχία Yungas και την μικρή γραφική πόλη Coroico. Στις άκρες του, η χαράδρα φτάνει τα 600 μέτρα βάθος σε ορισμένα σημεία. Σε άλλα, το πλάτος του μόλις και μετά βίας χωρά ένα φορτηγό. Η οδήγηση γίνεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ώστε ο οδηγός του κάθε αυτοκινήτου να μπορεί να ελέγχει απο το παράθυρο του το πάτημα των τροχών του.

Το 2007 άνοιξε ένας νέος δρόμος, ασφαλτοστρωμένος, με στηθαίο και σύγχρονες προδιαγραφές ο οποίος παρακάμπτει τον παλιό Yungas Road, κυκλώνοντας το ίδιο βουνό απο μια βορειότερη πλευρά και συνδέοντας την Chusquipata με την Yolosa. Έτσι, η κυκλοφορία στον παλιό δρόμο είναι πλέον αραιή, σχεδόν ανύπαρκτη. Τα μόνα οχήματα που συναντά πια κανείς, είναι ως επί το πλείστον τα λιγοστά βαν «υποστήριξης» τα οποία ακολουθούν τουρίστες που πραγματοποιούν τη κατάβαση με ποδήλατα βουνού, φορώντας μπλουζάκια με στάμπες «I survived the world’s most dangerous road». Τώρα αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, με τα σημερινά πλέον δεδομένα δεν υπάρχει τίποτα το επικίνδυνο σε αυτόν τον δρόμο! Δεν είναι ούτε καν δύσκολος, όσον αφορά το τεχνικό κομμάτι της οδήγησης σε χώμα. Είναι μια πανέμορφη, βατότατη χωμάτινη διαδρομή, που δίνει στον ταξιδιώτη μια πρώτης τάξεως γεύση από πραγματικό τροπικό δάσος. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η ευρύτερη Αμαζονία ξεκινά απο δω και εκτίνεται προς τα ανατολικά!

Η κατάβαση είναι αμ τι άλλο εντυπωσιακή και από το πάσο Cumbre και το κρύο που ξύριζε στα 4600 μέτρα, φτάσαμε σε λίγη ώρα σε υψόμετρο 1000 μ., με την υγρασία και τη ζέστη να αγγίζουν τα υψηλότερα επίπεδα που είχαμε συναντήσει στο ταξίδι μέχρι εκείνη τη μέρα! Η στάσεις ήταν επιβεβλημένες όχι μόνο για φωτογραφίες αλλά για να απαλλαγούμε από τις χειμερινές επενδύσεις των μπουφάν και απο τα ισοθερμικά εσώρουχα τα οποία μας ήταν απαραίτητα μόλις λίγα χιλιόμετρα πριν! Το βασικότερο όμως πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε, ήταν η κατάσταση της Έλενας η οποία παρουσίαζε επιδείνωση. Ήταν στιγμές που σταματούσαμε για να κατέβει απο τη μηχανή μη μπορώντας να αντέξει τους πόνους στο στομάχι και την κοιλιά. Έπειτα συνεχίζαμε προσπαθώντας να καλύψουμε την απόσταση μέχρι το Coroico όσο πιο σύντομα γίνεται ώστε φθάνοντας εκεί να μπορέσει να ξεκουραστεί.

Στο Coroico στήσαμε τη σκηνή μας σε ένα όμορφο σημείο και μείναμε για δυο μέρες θέλοντας να ξεκουραστούμε και να αποβάλλουμε από το κεφάλι μας τη βαβούρα της La Paz που μας είχε τρελάνει το προηγούμενο 3μερο. Η φυσική ομορφιά του μέρους σε προϊδεάζει για κάτι τέτοιο, το τοπίο είναι φανταστικό, αλλά η υγρασία, η ζέστη και τα χιλιάδες κουνούπια δεν σε αφήνουν να χαλαρώσεις. Για την Έλενα το δεύτερο βράδυ ήταν ίσως το χειρότερο. Οι κράμπες στο στομάχι κορυφώθηκαν σε ένταση και σε ρυθμό, τόσο που έμεινε διπλωμένη στα γόνατα όλη τη νύχτα υποφέροντας απο τους πόνους. Πλέον η ανησυχία μας είχε πιάσει κόκκινα και φοβόμουν ότι θα έπρεπε άμεσα να φύγουμε απο εκεί, να επιστρέψουμε στη La Paz ή όπου αλλού θα μπορούσαμε να βρούμε ιατρική βοήθεια. Μαζί με εμάς είχε κατασκηνώσει μια παρέα 3 αμερικανών, οι οποίοι μας είπαν το επόμενο πρωί ότι είχαν εμφανίσει τα ίδια συμπτώματα στη Ν. Αμερική και πως η μόνη λύση ήταν η αντιβίωση. Ευτυχώς είχαμε μαζί στο φαρμακείο μας αντιβιοτικά χάπια ευρέως φάσματος με την λήψη των οποίων το πρόβλημα σταδιακά υποχώρησε.

Αναχωρήσαμε από το Coroico με την Έλενα να αισθάνεται καλύτερα μεν, εξαντλημένη δε, ενώ και εγω αισθανόμουν τα επίπεδα της ενέργειας μου στο ναδίρ, εξαιτίας της ξαγρύπνιας και την αποπνυκτικής ατμόσφαιρας. Ξεκινήσαμε την επιστροφή μας προς την La Paz από τον νέο δρόμο. Στο paso Cumbre η θερμοκρασία έκανε βουτιά σχεδόν στους 0ο C και η βροχή που ήταν τόσο δυνατή που μετα βίας έβλεπα μπροστά μου, μας συνόδεψε μέχρι τα προάστια της Βολιβιανής πρωτεύουσας.  Δεν σκοπεύαμε φυσικά να μέναμε εκεί, θέλαμε να συνεχίσουμε προς τη λίμνη Titicaca. H ανυπαρξία περιφερειακής οδού μας οδήγησε αναγκαστικά μέσα στην La Paz όπου βιώσαμε για ακόμη μια φορά καταστάσεις απείρου κάλους, αποφεύγοντας τη σύγκρουση με εισερχόμενα αυτοκίνητα τόσες φορές που έχασα το μέτρημα. Ο γρίφος για την ανεύρεση βενζίνης επαναλήφθηκε και εν τέλει αφήσαμε πίσω μας την πόλη μετά από υπερβολικά μεγάλο χάσιμο χρόνου.

H διαδρομή προς τη λίμνη Titicaca ήταν ενδιαφέρουσα αλλά την κάναμε βιαστικά γιατί πλέον σουρούπωνε και ήμασταν κουρασμένοι, δεν είχαμε κουράγιο ούτε για φωτογραφίες. Στην παραλίμνια πόλη Copa Cabana θα περνούσαμε τη τελευταία μας βραδιά επί βολιβιανού εδάφους, αφού πρώτα διασχίζαμε τον πορθμό της με μια απο τις παλιές ξύλινες φορτηγίδες που εξυπηρετούν τα στενά αυτά.

Track log:

Από τη Ruta del Che στην La Paz

Αυτό που προσδίδει στη Βολιβία μια έξτρα νότα «περιπέτειας» είναι η αβεβαιότητα που καλύπτει τις περισσότερες διαδρομές. Οι αποστάσεις δεν μετρώνται σε χιλιόμετρα αλλά σε χρόνο. Η κατάσταση των δρόμων είναι πολλές φορές άγνωστη ακόμα και μεταξύ των ντόπιων, ενώ συχνά αν ρωτήσεις διαφορετικούς ανθρώπους θα πάρεις διαφορετικές απαντήσεις. Οι χάρτες είτε σε ψηφιακή είτε σε έντυπη μορφή είναι ελλιπείς. Τέλος η ύπαρξη βενζίνης ή ακόμα περισσότερο η διαθεσιμότητα της σε ξένους αποτελεί γρίφο. Η βενζίνη στη Βολιβία χαίρει γενναίας επιδότησης από το κράτος, μόνο όμως προς του πολίτες αυτής της χώρας οι οποίοι έτσι την αγοράζουν πάμφθηνα (περίπου 30 λεπτά ανά λίτρο).  Οι ξένοι καλούνται να πληρώσουν την τριπλάσια τιμή. Το πρόβλημα όμως έγκειται στο γεγονός ότι τα πρατήρια επιτρέπεται να πουλήσουν στην “precio por extranero” μόνο αν διαθέτουν τα κατάλληλα παραστατικά ή βιβλία. Για λόγο που δεν γνωρίζουμε, τα περισσότερα βενζινάδικα (χοντρικά, περίπου 4 στα 5) δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα, οπότε και προέβαλαν σθεναρή άρνηση να μας δώσουν βενζίνη!

Έχοντας όλα αυτά κατά νου, το 2ο βράδυ στην La Higuera προσπαθήσαμε να βγάλουμε ένα πλάνο για την συνέχεια της πορείας μας. Στο δείπνο συζητούσαμε με έναν Γάλλο που γυρνούσε ντοκιμαντέρ για τον Che και την διαδρομή του στην Βολιβία. Μας είπε ότι μέχρι την Valle Grande, όπου και θα είχαμε τη μόνη μας δυνατότητα για ανεφοδιασμό, ήταν 4 ώρες και από εκεί μέχρι την Cochabamba θα ήταν «full day’s work» σε κακό δρόμο, καθώς και ότι δεν υπάρχει τίποτα στο ενδιάμεσο για να διανυκτερεύσουμε. Εν τέλει, το επόμενο πρωινό φθάσαμε στη Valle Grande μετά από δυόμιση ώρες οδηγώντας ως επι το πλείστον σε άσφαλτο και περνώντας από καταπληκτικά τοπία. Εκεί, όπως και σε αρκετά άλλα μέρη στη Βολιβία, αρνήθηκαν να μας δώσουν βενζίνη και στα 3 πρατήρια αυτού του χωριού. Στο τελευταίο, απλά παράτησα τη μοτοσικλέτα μπροστά από την αντλία, προσπαθώντας να κάνω την ιδιοκτήτρια εκεί να καταλάβει ότι το ντεπόζιτο ήταν άδειο και πως ήταν απλώς αδύνατο να φύγουμε από εκεί. Τότε μου έδειξε τις κάμερες που καταγράφουν το πρατήριο, μου ζήτησε να σπρώξω τη μηχανή στη πίσω πλευρά ώστε να μη φαίνεται και εκεί θα μου έφερνε βενζίνη σε μπιτόνι.  Με αυτό τον τρόπο γεμίσαμε και πληρώσαμε σε τιμή εγχώρια (αφού δεν μας κατέγραφαν οι κάμερες).

Συνεχίσαμε αναθεωρώντας ξανά τα πλάνα μας. Αν μέχρι το Mataral ο δρόμος αποδεικνυόταν κακός θα κατευθυνόμασταν ανατολικά για να διανυκτερεύσουμε στην Saimapata. Κύλισε γρήγορα όμως και έτσι αποφασίσαμε να βγάλουμε το «φουλ μεροκάματο» προς την Cochabamba. Πρώτα θα έπρεπε να διασχίσουμε το ορεινό πέρασμα La Siberia σε υψόμετρο 3.480. μ. «Ξέρετε τι κοινό έχει με την Σιβηρία?» μας είχε πεί ο γάλλος στην La Higuera. « Έχει πολύ κρύο και βροχή». Ήταν μια μοναδικής ομορφιάς διαδρομή, από τις καλύτερες όλου του ταξιδιού. 120 σκληρά χωμάτινα χιλιόμετρα πλάι σε απότομες κατάφυτες χαράδρες , την περισσότερη ώρα μέσα σε χαμηλή πυκνή νέφωση που έδινε στο μέρος μια βαριά μυστηριακή ατμόσφαιρα. Ήταν κρίμα που ο καιρός δεν μας έκανε το χατίρι, με την βροχή να πέφτει στο μεγαλύτερο διάστημα, μη επιτρέποντας μας έτσι να βγάλουμε τις φωτογραφικές μας μηχανές για να αποθανατίσουμε μερικές σπάνιες εικόνες που μας μάγεψαν.

Φτάσαμε στην Cochabamba βράδυ εξουθενωμένοι. Περπατήσαμε παρόλα αυτά για λίγο ψάχνοντας για φαγητό στις καντίνες των δρόμων γύρω από το ξενοδοχείο μας, το οποίο ήταν ένα άθλιο κατάλυμα τόσο βρώμικο που η Έλενα κοιμήθηκε πάνω από τα σκεπάσματα φορώντας τις κορντούρες τις!  Η Cochabamba δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτα στον επισκέπτη, τουλάχιστον όχι όταν έχεις ζήσει την εμπειρία των Potosi και Sucre. Έτσι, πιεσμένοι καθώς ήμασταν από τον χρόνο αναχωρήσαμε το πρωί της Παρασκευής για την La Paz. Χρειαζόταν να αλλάξουμε λάδια στην μηχανή και στη La Paz θα είχαμε μια καλή ευκαιρία να βρούμε έστω ημι-συνθετικά λιπαντικά. Θα έπρεπε όμως να φθάσουμε σχετικά νωρίς γιατί ήταν Παρασκευή, μη γνωρίζοντας αν τα σχετικά μαγαζιά θα ήταν ανοιχτά το Σάββατο και μη έχοντας καμία διάθεση να περάσουμε ένα Σαββατοκύριακο σε εκείνη τη μεγαλούπολη περιμένοντας τη Δευτέρα για να πραγματοποιήσω την αλλαγή των λαδιών.

Το τοπίο σταδιακά άλλαζε, δίνοντας και πάλι τη θέση του στο ξερό, άγονο, γυμνό altiplano καθώς κινούμασταν διαρκώς άνω των 4.000 μέτρων. Νωρίς το απόγευμα ήμασταν ήδη στη βολιβιανή πρωτεύουσα αλλά το να βρούμε ένα μαγαζί με λάδια ήταν απλά αδύνατον, το να περιηγηθούμε γενικότερα σε εκείνο το χάος ήταν άθλος. Ήταν στιγμές που σκεφτόμουν πως χίλιες φορές καλύτερα να παλεύουμε στην έρημο του altiplano, παρά να προσπαθούμε να επιβιώσουμε – κυριολεκτικά! – στους δρόμους της La Paz. Κάθε έννοια κανόνων οδικής κυκλοφορίας είναι ανέκδοτο. Επικρατεί ο νόμος του ισχυρού ή του πιο τολμηρού.  Μας πήρε πάνω από 1 ώρα για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε το κέντρο και άλλο τόσο για να βρούμε ένα χόστελ, αξιοπρεπές, φθηνό και με χώρο για την μηχανή. Η αλλαγή λαδιών θα έπρεπε να περιμένει μέχρι την Δευτέρα, αφού πλέον ήταν αργά και δεν προλαβαίναμε να συνεχίσουμε το ψάξιμο.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να περιγράψει κανείς τη La Paz. Η λέξη παράνοια είναι η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό, αν και θα πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό οφείλεται κυρίως στο απίστευτο κυκλοφοριακό χάος και στο γεγονός ότι πάνω στη μοτοσικλέτα κινδυνέψαμε ουκ ολίγες φορές. Για αυτό λοιπόν κρατώ μια επιφύλαξη, ίσως η εντύπωση που έχω αποκομίσει να αδικεί την βολιβιανή πρωτεύουσα. Εξάλλου είναι αδύνατον σε 2,5 μέρες να μπορέσει κανείς να εντοπίσει όσα (ή έστω αρκετά) από τα ωραία που ενδεχομένως έχει να προσφέρει μια τόσο μεγάλη πόλη. Έστω και έτσι όμως, δεν ενθουσιαστήκαμε ιδιαίτερα. Παρόλο που εκείνες τις 2,5 μέρες περπατήσαμε αρκετά στο κέντρο και στις αγορές και στα στενά, παρόλο που συνεχίσαμε να εφαρμόζουμε την πρακτική μας «τρώμε όπου τρώνε οι ντόπιοι, στα σοκάκια, στα κιόσκια, στις καντίνες», δεν μας κέρδισε η La Paz. Το μόνο που κατάφερε να τραβήξει τη προσοχή μας ήταν η “Αγορά των Μαγισσών” (Mercado de Hechicería) όπου πωλούνται διάφορα αντικείμενα για μαύρη μαγεία. Η εικόνα εμβρύων Llama και ταρυχευμένων μωρών Llama μας σάστισε στην αρχή. Τα θάβουν κάτω απο τα σπίτια τους ή τα καίνε μαζί με βότανα για καλή τύχη ή για ίαση ασθενειών.

Δευτέρα πρωί σηκωθήκαμε πολύ νωρίς και χωρίς να έχουμε κοιμηθεί αρκετά εξαιτίας των πόνων που είχε η Έλενα στη κοιλιά όλη τη νύχτα. Εγώ ένιωθα την κούραση να έχει συσσωρευτεί τόσο πολύ από όλο το ταξίδι, που δεν ήθελα να καβαλήσω τη μηχανή. Έπρεπε όμως να συνεχίσουμε. Δεν θέλαμε να χάσουμε άλλη μια μέρα σε μια μεγαλούπολη.  Αλλάξαμε λάδια στη μηχανή και μεσημεράκι αναχωρήσαμε με πορεία ανατολική, αφού πρώτα δώσαμε πολύωρη μάχη για να βρούμε την έξοδο της πόλης με το GPS να μην έχει τη παραμικρή δυνατότητα να μας δείξει το σωστό δρόμο, όποιον χάρτη και αν του φόρτωνα.

Για μεγαλύτερη συλλογή φωτογραφιών απο τη διαδρομή των 2 ημερών και κυρίως απο την La Paz, click εδω.

Το θρίλερ με τη βενζίνη επαναλήφθηκε, όπου βγαίνοντας από την πόλη το ένα μετά το άλλο τα πρατήρια δεν μας έδιναν βενζίνη, μέχρι που μείναμε. Ο μόνος τρόπος για να ανεφοδιαστούμε ήταν να παίξω ξανά το παιχνίδι της παρατημένης μηχανής μπροστά στην αντλία! Αφήσαμε πίσω μας τη ζεστή πόλη, παρόλο το υψόμετρο της στα ~3.300 μ. , και σύντομα βρεθήκαμε σε μια όμορφη ασφάλτινη ανάβαση, προς το πάσο Cumbre στα ~ 4.630 μέτρα όπου η θερμοκρασία έπεσε στους 2-3ο C.

32 χιλιόμετρα μετά το πάσο, σταματήσαμε στην άκρη του δρόμου. Δεξιά μας ξεκινούσε ένα στενό χωμάτινο κατηφορικό μονοπάτι. Μια παλιά ξεθωριασμένη ταμπέλα προειδοποιούσε. Μπροστά μας ξετυλιγόταν ο «πιο επικίνδυνος δρόμος του κόσμου». Ο «δρόμος του θανάτου», ο γνωστός «death road». Καθώς κούμπωνα τη πρώτη στο κιβώτιο της μοτοσικλέτας και στρέφοντας το τιμόνι προς το μονοπάτι, αισθάνθηκα ένα κόμπο στο λαιμό. Ήμασταν σίγουροι για αυτό που πηγαίναμε να κάνουμε?

Track Log:

Αναζητώντας τον Che

Το πρωί της 9ης Οκτωβρίου αναχωρήσαμε από το Sucre με αρκετή καθυστέρηση λόγω διαμαρτυρίας στο κέντρο από ιθαγενείς που ζητούσαν παροχές και υποδομές για τα απομακρυσμένα χωριά τους. Έχοντας χάσει όλο το πρωινό σκεφτήκαμε να πηγαίναμε μόλις μέχρι το Tarabuco 65 χιλιόμετρα ανατολικότερα και να αφιερώναμε λίγο χρόνο εκεί μιας και το χωριό φημίζεται για τη πολύχρωμη κυριακάτικη αγορά του. Αλλά ήταν Τρίτη και φτάνοντας δεν συναντήσαμε τίποτα που να μας τραβήξει το ενδιαφέρον, έστω και λίγο. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, οι χωρικοί ελάχιστοι. Αλλάξαμε πλάνο και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε μέχρι να τελειώσει η άσφαλτος, να διανυκτερεύσουμε κάπου εκεί και την επόμενη να αρχίζαμε φρέσκοι σε χωμάτινη διαδρομή.

Οι χάρτες που είχαμε δεν ήταν σωστά ενημερωμένοι όμως. Αλλιώς υπολογίζαμε τα ασφάλτινα χιλιόμετρα και άρα τους χρόνους μας και αλλιώς μας βγήκαν. Βρεθήκαμε έτσι μεσημέρι στο χωριό Tomina όπου και πάλι τίποτα δεν κατάφερε να κεντρίσει τη προσοχή μας. Έπρεπε να αποφασίσουμε αν θα λήγαμε εκεί τη μέρα ή αν θα προχωρούσαμε, ζυγίζοντας τα δεδομένα. Το βασικότερο, η Έλενα δεν αισθανόταν καλά έχοντας κράμπες στο στομάχι. Έπειτα, η διαδρομή ήταν ήδη χωμάτινη και αυτό δεν θα την βοηθούσε εάν θα έπρεπε να υπομείνει για αρκετές ώρες το ταρακούνημα σε πέτρες και λακκούβες. Τέλος, η περιοχή από την Tomina και μετά ήταν ολίγον … αχαρτογράφητη! Ξέραμε – σε γενικές γραμμές – που θέλαμε να πάμε, όμως κανείς από τους 3 διαφορετικούς χάρτες που είχαμε στο GPS δεν είχε μια σαφή απεικόνιση για το τι μας περίμενε, ενώ και οι πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει από το ίντερνετ πριν ξεκινήσει το ταξίδι για εκείνη την επαρχία ήταν ομιχλώδεις. Υπολόγιζα έτσι στο περίπου τις αποστάσεις και βασιζόμουν στο γεγονός ότι υπήρχαν ονόματα οικισμών στο GPS, οπότε κάποια άκρη θα την βγάζαμε.

Η Έλενα έδωσε το πράσινο φως και έτσι κατά τις 14:00 χωθήκαμε στη υποτροπική ζώνη της κεντρικής Βολιβίας πιστεύοντας ότι θα φτάναμε στην La Higuera πριν νυχτώσει. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια μικρή περιπέτεια! Υπολογίζαμε μέχρι το χωριό εκείνο 120 χιλιόμετρα, σε αγνώστου κατάστασης χωματόδρομο. Αν μπορούσαμε να κρατήσουμε μια μέση ωριαία 30 χ.α.ω. θα φτάναμε ίσα ίσα πριν πέσει η νύχτα. Ο χωματόδρομος αποδείχθηκε βατός, όμως η απόσταση δεν ήταν όπως την είχαμε υπολογίσει. Ανεβήκαμε και κατεβήκαμε βουνά με τη βλάστηση να οργιάζει σε κάποια τμήματα. Ήμασταν σε ένα διαφορετικό πλανήτη σε σχέση με το νοτιοδυτικό ερημικό altiplano με τις όψεις της κορδιλιέρας Oriental να γεμίζουν τον ορίζοντα από άκρη σε άκρη. To υψόμετρο ήταν χαμηλό, κάτω από τα 1000 μέτρα και η υγρασία σε συνδυασμό με την έντονη ζέστη πια, έκαναν την οδήγηση μια καθόλου ευχάριστη διαδικασία. Μετά από 1 ώρα περίπου, σε ένα οικισμό ρωτήσαμε για την La Higuera. Μας είπαν 3 ώρες. Στην ερώτηση για πόσα χιλιόμετρα, μας απάντησαν ξανά «3 ώρες». Μια ώρα αργότερα διασταυρωθήκαμε με 2 αναβάτες, τον Vadim και τον Artia, καβάλα σε 250άρια κινέζικα εντούρο που πήγαιναν στην αντίθετη κατεύθυνση με μας. Ερχόντουσαν από την Higuera και μας είπαν ότι απείχε … 3-4 ώρες! Έμοιαζε λες και η απόσταση αντί να μικραίνει, να αυξανόταν. Η νέα πληροφορία από τους δίτροχους ταξιδιώτες μας τοποθετούσε στον επιθυμητό προορισμό μας μετά τις 19:00, δηλαδή έχοντας νυχτώσει πλέον, εάν καταφέρναμε να τον βρούμε. Ο ήλιος έδυε στις 18:00 αλλά εξαιτίας των ψηλών βουνοκορφών στα δυτικά μας, το φως θα χανόταν πολύ γρήγορα. Βρισκόμασταν στη κοιλάδα του Rio Grande και είχαμε, για άλλη μια φορά σε αυτή τη χώρα, άγνωστο αριθμό χιλιομέτρων να καλύψουμε και τουλάχιστον ένα ακόμα βουνό να ανεβούμε, ο καιρός έκλεινε, ενώ ταξιδεύαμε σε αχαρτογράφητα νερά! Η La Higuera δεν υπήρχε σε κανέναν από τους 3 χάρτες του GPS, όπως δεν υπήρχε και καμία ένδειξη δρόμου. Eίχαμε μόνο συντεταγμένες τις οποίες είχα βρεί κατά το στάδιο προετοιμασίας του ταξιδιού και έλπιζα να είναι σωστές. Για τις επόμενες 3 ώρες το GPS μας έδειχνε ότι διαρκώς βρισκόμασταν 10 με 12 χιλιόμετρα μακριά από το χωριό φάντασμα, σε ευθεία γραμμή αφού δρόμος δεν υπήρχε καταγεγραμμένος στους ψηφιακούς μας χάρτες, και εμείς κινούμασταν κυκλικά με τη φορά των δεικτών του ρολογιού με τα χιλιόμετρα πλέον να μοιάζουν ατελείωτα. Επιπλέον είχαμε ξεμείνει από νερό, μη έχοντας υπολογίσει την ζέστη και την ακατάσχετη δίψα που αυτή μας προκαλούσε και από τροφή κουβαλούσαμε μόνο 2-3 φρούτα.

Καθώς η μέρα έσβηνε η θερμοκρασία έκανε βουτιά και εμείς από τη ζέστη βρεθήκαμε στο κρύο, στο σκοτάδι και υπο την απειλή τροπικής βροχής βλέποντας προς τη γενική κατεύθυνση στην οποία – πιστεύαμε – ότι έπρεπε να πάμε τον μαύρο ορίζοντα να φωτίζεται από αστραπές οι οποίες έπεφταν με ρυθμό δευτερολέπτων. Κάπου εκεί, υπό όλες αυτές τις συνθήκες, η αίσθηση ότι είμαστε χαμένοι στη ζούγκλα της Βολιβίας κυριάρχησε και η σκέψη ότι εντός ολίγου θα αναγκαζόμασταν να οδηγούμε νυχτιάτικα το βαρυφορτωμένο GS σε λασπουριά δεν έδινε πολύ κουράγιο. Έλεγα από μέσα μου ότι το να στήσουμε τη σκηνή κάπου εκεί τριγύρω δεν θα ήταν καθόλου καλή ιδέα αν μια τροπική καταιγίδα ερχόταν προς το μέρος μας. Ταυτόχρονα ανησυχούσα για την Έλενα η οποία ωστόσο δεν διαμαρτυρόταν. Ευχόμουν μόνο να μην χειροτερέψει η κατάσταση της εκεί που βρισκόμασταν γιατί τότε τα πράγματα θα ήταν ζόρικα. Κατά τις 19:00 στα μαύρα σκοτάδια (θα ορκιζόμουν ότι ήταν μεσάνυχτα) διακρίναμε διασταύρωση και μια ξύλινη ταμπέλα που έγραφε «Ruta del Che» και λίγο πιο πέρα είδαμε τη φιγούρα ενός καβαλάρη να ξεπροβάλει σαν φάντασμα μπροστά μας. «Senor, donde esta La Higuera?» τον ρώτησα. Μας έδειξε να συνεχίσουμε στη πορεία μας φωνάζοντας «veinte, treinte minute».

blogRS-1838

Ruta del Che! Μα αυτός ήταν ο στόχος μας και πάνω σε αυτό το δρόμο κινούμασταν τόση ώρα χωρίς να ήμαστε σίγουροι! Όταν μετά από μισή ώρα φτάσαμε στην La Higuera, δεν μπορούσα παρά να αισθανθώ ανακούφιση αλλά και ικανοποίηση, σαν να είχαμε κερδίσει άλλη μια δοκιμασία. Παράλληλα σκεφτόμουν πόσες ακόμα εκπλήξεις θα έκρυβε για εμας αυτός ο τόπος, αυτή η απίστευτη χώρα. Δεν θα ξεχάσω την όψη της Έλενας. Περίμενα ότι βγάζοντας το κράνος θα έβλεπα ένα πρόσωπο γεμάτο νεύρα, από την ταλαιπωρία και τους πόνους. Όμως εκείνη χαμογελούσε μέχρι τα αυτιά.

Τι μας είχε τραβήξει στη La Higuera ? Στο χωριό αυτό είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Τσε Γκεβάρα ή Χερέρο (Guerrero, «ο μαχητής») όπως ακούσαμε να τον λένε εκεί. H διαδρομή Ruta del Che φέρεται να αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στην πορεία του κατά την εποχή που επιχειρούσε να οργανώσει το βολιβιανό αντάρτικο, στις τελευταίες μέρες της ζωής του. Το χωριό από άκρη σε άκρη είναι δεν είναι 200 μέτρα. Μια δεκαριά σπίτια όλα και όλα. Αποπνέει μια εξαιρετικά γαλήνια ατμόσφαιρα, δυσπρόσιτο όπως είναι, κρυμμένο μέσα στις καταπράσινες βουνοπλαγιές της cordillera oriental. To σπίτι με τον τηλέγραφο του χωριού ( La Casa del Telegrafista) που χρησιμοποιούταν από τον Che για να στέλνει τα μηνύματα του, σήμερα λειτουργεί ως ξενώνας, στον οποίο και διανυκτερεύσαμε. Ο καιρός είχε χαλάσει με την βροχή να πέφτει αδιάκοπα για το επόμενο 24ωρο και εμείς δεν πιεστήκαμε ιδιαίτερα για να φύγουμε το επόμενο πρωί. Αράξαμε όλη μέρα εκεί και μας άρεσε.

Αν είχαμε χρόνο θα μέναμε για περισσότερες μέρες απλά ακούγοντας τους ήχους της φύσης και απολαμβάνοντας την απόλυτη ηρεμία σε ένα ήσυχο περιβάλλον, με την παρέα λίγων ανθρώπων που μοιράζονταν τις ανησυχίες με μας. Όπως ο Ερβέ, γάλλος μεγαλοστέλεχος και μέτοχος σε γνωστή πολυεθνική εταιρεία που τα είχε παρατήσει όλα συνειδητοποιώντας πως οι μπιζνες και ο σύγχρονος δυτικός τρόπος ζωής δεν του προσέφεραν καμία ουσία. Συζητήσαμε, δειπνήσαμε 2 βράδια μαζί του και με τους υπόλοιπους 6 επισκέπτες του ξενώνα, όλοι στο ίδιο τραπέζι υπό το φως των κεριών.

Extra Photo gallery @ latris blog, click

Track Log:

Potosi & Sucre, Bolivia

H διαδρομή προς Potosi είναι ασφάλτινη και απολαυστική. Στροφιλίκι, ανηφορικό, κατηφορικό, μέσα από οροπέδια και κοιλάδες με βλάστηση στα 3.600 μ. γεμάτες από κοπάδια χιλιάδων λάμα. Ήταν προφανές ότι αφήναμε πίσω μας την έρημο και μπαίναμε σε μια άλλη κλιματική ζώνη.

Το Potosi είναι εμπειρία! Χτισμένη στα 4.070 μέτρα, στις πλαγιές του Cerro Rico («πλούσιο βουνό») είναι μια πόλη που σφύζει από ζωή. Κόσμος στους δρόμους πάει και έρχεται πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Νομίζεις πως είναι κάποια γιορτή αλλά όχι, έτσι είναι η καθημερινότητα στο τόπο αυτό.  Όχι όμως όπως στις μεγαλουπόλεις που ξέρουμε. Είναι αλλιώτικα. Μικροπωλητές παντού, σε κάθε γωνιά, σε κάθε πεζοδρόμιο. Μικρομάγαζα, καμαρούλες 2×2, να ξεχειλίζουν από το εμπόρευμα. Εμπορικά κέντρα και μεγάλα πολυκαταστήματα δεν υπάρχουν εδώ. Υπάρχουν τα μαγαζιά της γειτονιάς, υπάρχουν τα παζάρια και οι αγορές, κεντρικές ή συνοικιακές, άλλες υπαίθριες άλλες κλειστές. Καντίνες με βρώμικα που σπάνε τη μύτη, χειροποίητα τσιπς που τηγανίζονται εκείνη την ώρα μπροστά σου.

Σοκάκια, μεγάλες ανηφόρες-κατηφόρες. Παλιά χτίσματα, δείγματα αποικιοκρατικής αρχιτεκτονικής. Παράγκες και παλιά αρχοντικά. Όλα σε μια μίξη το ένα δίπλα στο άλλο. Μια απίθανη παρέλαση ανθρώπων, ένας φανταχτερός θίασος ζωής, χρωμάτων, μυρωδιών. Αυτή η πόλη, τοποθεσία παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς από την UNESCO, πολύ απλά μας ενθουσίασε. Ακόμα και με το έντονο κυκλοφοριακό της, με τα αυτοκίνητα να έχουν την κόρνα σε μόνιμη λειτουργία παράγοντας απίστευτα επίπεδα ηχορύπανσης και με εκπομπές καυσαερίων σε τέτοιο βαθμό που μπορούν  να προκαλέσουν εγκεφαλικό σε κάθε χαρτογιακά που για το ψωμί του συντάσσει περιβαλλοντικές προδιαγραφές καθισμένος σε κάποιο γραφείο της Ε.Ε. Ακόμα και έτσι, το Potosi είναι μοναδικό, είναι γνήσια νοτιαμερικάνικο και οι όψεις του προσφέρουν ένα γερό πολιτισμικό ταρακούνημα.

Μείναμε 2 μέρες εκεί, περπατήσαμε, χωθήκαμε σε στενά, σταθήκαμε σε ουρές μαζί με τους ντόπιους περιμένοντας να αγοράσουμε τις προμήθειες μας ή να γευτούμε «χαμπουργκερέσας», σουβλάκια και άλλες λιχουδιές που ετοιμάζονται στο χέρι, σε αυτοσχέδιες κινητές ψησταριές. Το πρωί της αναχώρησης μας, ενώ φόρτωνα τη μηχανή ένας άντρας 70άρης κοντοστάθηκε κοιτάζοντας τη μηχανή. «Alemania?» με ρώτησε. «Νο, Grecia» του είπα με χαμόγελο και η αντίδραση του ήταν … η πλέον αναπάντεχη. «Αaa! Papandreou!» Οk … έμεινα να τον κοιτάζω σαστισμένος. Εκείνος συνέχισε. «Melina Merkouri! Parthenon! Aaaa, Grecia!». Αυτά τα δυο μπορώ να τα καταλάβω, αλλά «Παπανδρέου» ? Μάλιστα. Τα είπαμε για λίγο, ρώτησε για το ταξίδι μας, που ήμασταν, που πηγαίναμε. Μας ευχήθηκε καλό δρόμο και φύγαμε.

Στην έξοδο της πόλης σταματήσαμε σε βενζινάδικο για να φουλάρουμε. Το παλικάρι στην αντλία ξεκίνησε να βάζει χωρίς να μηδενίσει τον μετρητή και χωρίς να προλάβω να τον σταματήσω. Όταν τελείωσε μου ζήτησε να του δώσω χρήματα που αντιστοιχούσαν σε 2,5 γεμίσματα! Του αρνήθηκα ευγενικά, εκείνος επέμενε. Του είπα ότι θα καλέσω την αστυνομία, εκείνος ακάθεκτος. Άρχιζα να εκνευρίζομαι και τότε επενέβει ένας ντόπιος που γέμιζε το αυτοκίνητο του στη διπλανή αντλία. Του εξήγησα τι είχε συμβεί και εκείνος με πολύ αυστηρό ύφος απευθυνόμενος στον υπάλληλο του είπε ότι θα πληρωθεί με το σωστό ποσό. Γενικότερα, το θέμα βενζίνη στη Βολιβία αποτελεί πρόβλημα για τους ξένους και προκαλεί περιπέτειες, όπως θα γράψουμε και σε επόμενο ποστ.

Επόμενος προορισμός η πόλη Sucre. H επονομαζόμενη και ως «άσπρη πόλη» της Βολιβίας είναι και αυτή ανακηρυγμένη από την UNESCO ως τοποθεσία παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς. Από το Potosi μέχρι το Sucre το τοπίο συνεχίζει να μεταβάλλεται σταδιακά, η περιοχή γινόταν όλο και πιο ζεστή καθώς κατεβαίναμε σε υψόμετρο, μέχρι που θύμιζε πια ελληνική φύση.

Το ιστορικό κέντρο του Sucre είναι όμορφο. Τα άσπρα κτίρια από την εποχή της Ισπανικής αποικιοκρατίας  κυριαρχούν στην αρχιτεκτονική της πόλης δίνοντας της μια πολύ όμορφη νότα. Όμως το Sucre διαφέρει από το Potosi έντονα. Του λείπει ο τρελός παλμός, είναι πιο νοικοκυρεμένο, πιο κυριλέ. Οι κάτοικοι εδώ αποτελούνται από ένα μίγμα ιθαγενών φυλών και «ευρωπαϊκών» χαρακτηριστικών, ενώ στο Potosi οι κάτοικοι ήταν κατεξοχήν ιθαγενείς, quechua  και aymara ως επι το πλείστον.

Πιστοί στη άποψη ότι για να γνωρίσεις καλύτερα ένα ξένο τόπο πρέπει να χωθείς κάπως στα λιγότερα δημοφιλή στέκια και να δοκιμάσεις τοπικά πιάτα, εκείνα τα απλά, του λαού, μπήκαμε σε μια από τις αγορές του Sucre, από εκείνες στις οποίες δεν συναντάς εύκολα τουρίστες. Έτσι είχαμε κάνει και στις προηγούμενες πόλεις, το ίδιο θα συνεχίζαμε να κάνουμε και στο υπόλοιπο ταξίδι, γνωρίζοντας ότι παίρναμε ένα ρίσκο για τα στομάχια μας και όχι μόνο. Στην αγορά τα επίπεδα υγιεινής μπορούν να χαρακτηριστούν εντελώς ακατάλληλα για τα  δικά μας ευρωπαϊκά στάνταρ. Γυναίκες πουλάνε τη πραμάτεια τους κατάχαμα ή σε υποτυπώδη κιόσκια. Ανεβήκαμε στον 1ο όροφο και επιλέξαμε την πλευρά με την επιγραφή «comida tradiotional» αγνοώντας την απέναντι, την «comida rapido». Εκεί η κάθε πωλήτρια είχε ένα ασφυκτικά μικρό χώρο στη διάθεση της, με το υγραέριο της, τα τσουκάλια της, μερικά ράφια με τα υλικά της και έψηνε τα φαγητά της. Της αντιστοιχούσαν 2-3 τραπέζια, βρώμικα. Διαλέξαμε μια και καθίσαμε. Οι μερίδες τεράστιες και νόστιμες.

Στη περίπτωση της Έλενας, η κίνηση αυτή επαλήθευσε το ρίσκο. To βράδυ ξεκίνησαν οι πόνοι στη κοιλιά, ακολούθησαν οι εμετοί και η διάρροια. Την επόμενη μέρα η κατάσταση ήταν χειρότερη, έτσι δεν κάναμε τίποτα. Η Έλενα πέρασε σχεδόν όλο το 24ωρο στο κρεβάτι, εγώ βρήκα ευκαιρία και ασχολήθηκα με τη μηχανή και τα πράγματα μας τα οποία μετά από τόσα χιλιόμετρα σε άμμο, χώμα αλλά και αλάτι χρειαζόντουσαν ένα γερό καθάρισμα. Ειδικά η άμμος είχε εισχωρήσει παντού. Την 3η μέρα η Έλενα ήταν λίγο καλύτερα και συνεχίσαμε τη περιήγηση μας στη πόλη, σε χαλαρούς ρυθμούς όμως γιατί αισθανόταν αρκετά καταβεβλημένη.

Μεγάλη συλλογή φωτογραφιών απο το Potosi και το Sucre στο blog της Έλενας : click

Track log:

Salar de Uyuni, Bolivia

Το βράδυ στη Villa Mar συζητώντας με δυο οδηγούς 4×4 ρώτησα ξανά για τις αποστάσεις  και την κατάσταση του «δρόμου».  Ενώ σύμφωνα με το GPS μέχρι το San Cristobal απέμεναν 105 xλμ, εκείνοι μίλησαν για 200 χλμ ο ένας, για 150 ο άλλος, χωρίς ωστόσο κανείς από τους δυο να είναι βέβαιος για την απάντηση του. Για το είδος του δρόμου ήταν πιο σίγουροι. Pista. Προβληματισμένος με το γρίφο της απόστασης αλλά και με το γεγονός ότι με συνεχή οδήγηση στην άμμο η κατανάλωση της μηχανής είχε ανέβει τους ζήτησα να μας δώσουν λίγη βενζίνη. Δέχτηκαν λέγοντας μου να τους βρω το πρωί πριν τις 8.

Ξυπνήσαμε κατά τις 6:30. Πήρα 3 λίτρα καύσιμο από τον έναν οδηγό και βγήκαμε στο δρόμο. Περίπου η μισή διαδρομή μέχρι το San Cristobal ήταν εξίσου εφιαλτική όπως και τις προηγούμενες 2 ημέρες. Η πρώτη αναγκαστική στάση για να ανακτήσουμε δυνάμεις έγινε μόλις 30 χιλιόμετρα αφότου ξεκινήσαμε, ξανά στα πρόθυρα της λιποθυμίας εγώ. Χρειάστηκα ένα πεντάλεπτο για να συνέλθω. Λίγο αργότερα βρεθήκαμε μπροστά σε μια κατηφόρα, με πολύ έντονη κλίση, μήκους σχεδόν 3,5 χιλιομέτρων (!) με πολύ παχιά άμμο. Ένα τετρακίνητο ημιφορτηγό ανέβαινε αργά, με τις «κοντές» σχέσεις στο κιβώτιο για να μπορέσει να βγάλει την ανηφόρα. Εμείς έπρεπε να κατέβουμε από εκεί. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Στο τελείωμα της, λίγες εκατοντάδες μέτρα μετά ο δρόμος απλά έσβηνε δίνοντας τη θέση του σε ίχνη από ρόδες που ακολουθούσαν διάφορες κατευθύνσεις σε αναζήτηση περάσματος από ένα ποτάμι το οποίο διακλαδιζόταν αρκετές φορές , δημιουργώντας συνεχόμενα περάσματα.

Στο San Cristobal ανεφοδιαστήκαμε μόνο με 5 λίτρα βενζίνη και αυτό έπαιξε το ρόλο του σε μια μικρή περιπέτεια που είχαμε τις επόμενες δυο μέρες. Σε ασφάλτινο δρόμο πλέον οδηγήσαμε μέχρι το Uyuni και παρόλο που η διαδρομή ήταν εύκολη πονούσα σε όλο μου το σώμα. Η Έλενα ήταν πιο ξεκούραστη, είχε όμως παγώσει αφού είχε βραχεί μέχρι το γόνατο στα περάσματα των ποταμών.

Λίγο έξω από την πόλη βρίσκεται ένα νεκροταφείο τρένων. Το επισκεφθήκαμε νωρίς το πρωί της επομένης μέρας και έπειτα φύγαμε προς τα βορειοδυτικά του χωριού, με προορισμό ένα από τα πιο εντυπωσιακά θεάματα του πλανήτη, το Salar de Uyuni. Για να φτάσουμε ως εκεί έπρεπε να διανύσουμε 25 χιλιόμετρα στο πιο κακοτράχαλο χωματόδρομο στον οποίο έχω βρεθεί ποτέ, με αλλεπάλληλες μεγάλες εγκάρσιες αυλακώσεις που κάλυπταν όλο το πλάτος του δρόμου, καθιστώντας αδύνατο το ζιγκ-ζαγκ, στολισμένες με κοτρώνες και άμμο εδώ και εκεί. 25 χιλιόμετρα που βγήκαν σε 1 ώρα (!) αφού οποιαδήποτε προσπάθεια να οδηγηθεί η μηχανή γρηγορότερα είχε σαν αποτέλεσμα να τραντάζει το σύμπαν και να μου φέρνει στο μυαλό εικόνες από κομμένα υποπλαίσια, αμορτισέρ που πλέουν τα λοίσθια, και ραγισμένες βάσεις στις βαλίτσες.

train cemetery at Uyuni
νεκροταφείο τρένων στο Uyuni

Η μεγαλύτερη αλυκή του κόσμου, σε υψόμετρο 3650 μ. Από άκρη σε άκρη είναι περίπου  130 χιλιόμετρα. 10.580 m2 απόλυτης επίπεδης κάτασπρης επιφάνειας.  Είναι τόσο άσπρη που με την αντανάκλαση του ήλιου το τοπίο γίνεται εκτυφλωτικό. Τραβούσαμε φωτογραφίες χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε στην μικρή LCD οθόνη τι είχαμε βγάλει.

Οδηγούσαμε επί 60 χλμ πάνω στο απέραντο λευκό, με μοναδικό οδηγό την πυξίδα. Πορεία δυτική προς το κέντρο της αλυκής, όπου βρίσκεται το «νησί», το isla Incahuasi. Εκεί κατασκηνώσαμε, σε ένα ακόμα σουρεάλ σκηνικό.  Ήμασταν εντελώς μόνοι μας, σε μια κατάλευκη απέραντη θάλασσα από αλάτι. Με τη μέση θερμοκρασία κατά τον Οκτώβριο εκεί να είναι -8ο C προετοιμαστήκαμε για μια πολύ κρύα νύχτα, όμως προσωπικά δεν με ένοιαζε καθόλου. Προς στιγμή είχα ξεχάσει όλη τη κούραση και απολάμβανα την απόλυτη σιωπή σε μια τοποθεσία απερίγραπτη.

Η μέρα που ακολούθησε μας επιφύλασσε μια μικρή περιπέτεια από λάθος υπολογισμούς μου. Νόμιζα πως το νησί στο κέντρο του salar απέχει 30 χιλιόμετρα από την ανατολική είσοδο του στον οικισμό Colchani. Έτσι, με τη βενζίνη που είχα βάλει την προηγούμενη μέρα στο San Cristobal θα μας έφτανε για να πάμε και να γυρίσουμε ξανά μέχρι τον οικισμό, όπου υπήρχε ένα βενζινάδικο. Όμως το νησί ήταν σχεδόν στα 70 χιλιόμετρα! Χρησιμοποίησα μέχρι και την τελευταία σταγόνα, οδηγώντας στην επιστροφή ρολαριστά στο ρελαντί με το βλέμμα μόνιμα στην ένδειξη κατανάλωσης φροντίζοντας να μην υπερβεί τα 3 lt/100. Φτάσαμε στο Colchani για να βρούμε το μοναδικό βενζινάδικο κλειστό. Είχαμε ξεμείνει. Με ένα κάνιστρο στο χέρι άρχισα να ψάχνω για βενζίνη στο χωριό. Ένας αστυνομικός μου είπε να κοιτάξω στα δρομάκια για μια ταμπέλα που έλεγε ότι πωλούνται καύσιμα. Άφησα την Έλενα να περιμένει στη μηχανή. Βρήκα ένα σπίτι, απέξω κρεμόταν μια χειρόγραφη επιγραφή «hay gasolina». Χτύπησα τη πόρτα ξανά και ξανά, φώναξα, τίποτα. Περίμενα ώσπου από το απέναντι σπίτι βγήκε μια ταλαιπωρημένη φιγούρα λέγοντας «no hay gasolina».  Ήταν καταμεσήμερο, δεν υπήρχε ψυχή πουθενά και εγώ περιπλανιόμουν ανάμεσα σε πλινθόκτιστα σπίτια και χαλάσματα ψάχνοντας μπαγιάτικο ζουμί οκτανίων από κάποιο βαρέλι. Το ηθικό μου έπιασε πάτο. Συνέχισα να περπατάω σέρνοντας τα πόδια μου στη σκόνη με τον ιδρώτα να στάζει. Κάποια στιγμή έφτασα έξω από μια μικρή πλατεία με ελάχιστα μαγαζιά που πουλούσαν σουβενίρ. Από εκεί περνούσαν τζιπ που έφερναν τους τουρίστες στο salar και τους αράδιαζαν στα μαγαζάκια για αγορές. Άρχισα να σταματάω το ένα τζιπ μετά το άλλο παρακαλώντας για λίγη βενζίνη, όμως όλοι οι οδηγοί αρνήθηκαν να μου πουλήσουν. Καθόμουν εκεί και περίμενα στωικά, χρειαζόμασταν μόλις 2 λίτρα για να μας πάει η μηχανή μέχρι το Uyuni, 25 χιλιόμετρα μακριά. Το 12ο τζιπ ήταν το τυχερό.

Επιστρέψαμε στο Uyuni και στην κεντρική αγορά του, την οποία είχαμε επισκεφθεί και την προηγούμενη μέρα. Ανεφοδιαστήκαμε και γευτήκαμε τοπικό «βρώμικο» στους δρόμους προτού αναχωρήσουμε για τον επόμενο σταθμό του οδοιπορικού μας, την πόλη που είναι χτισμένη τόσο ψηλά όσο καμία άλλη στο κόσμο.

Περισσότερες φωτογραφίες απο αυτό το 2μερο, στο σχετικό ποστ στο blog της Έλενας : http://latrismixanis.wordpress.com/2013/04/24/salar-de-uyuni-bolivia/

Track log:

Bolivian Altiplano – Lagunas Route

Στη Βολιβία θα μπορούσαμε να εισέλθουμε και από άλλο δρόμο, κατευθείαν από τα βόρεια της Αργεντινής χωρίς να κάνουμε τη παράκαμψη μέσω Χιλής. Όμως τότε θα χάναμε το πλέον σουρεάλ τοπίο της ηπείρου.  Το βολιβιανό altiplano στα νοτιοδυτικά της χώρας, τη προστατευόμενη περιοχή Reserva Nacional de Fauna Andina Eduardo Avaroa. Εξωπραγματικό, εξωγήινο, επικό, ασύλληπτο. Σκληρό, προκλητικό και ανόθευτο.

Αν η ruta 51 και το paso Sico μας άφησαν με ανοιχτό το στόμα, στο μέρος εκείνο χάσαμε τα μυαλά μας. Ενεργά ηφαίστεια, θερμές πηγές και θερμοπίδακες (geysers). Βράχοι εκπληκτικά ποικίλοι σε μορφές, χαμηλή θαμνώδη βλάστηση βαμμένη με ζωντανά χρυσά, κόκκινα, μαύρα και φωτεινά λευκά. Λίμνες εμφανίζονται από το πουθενά μέσα στην έρημο με χρώματα κυριολεκτικά φανταστικά τα οποία αντί να περιορίζονται στις συμβατικές μπλε αποχρώσεις, έρχονται σε πράσινο, τυρκουάζ, κίτρινο και κόκκινο! Τα άγρια χρώματα και η εντυπωσιακή τοπογραφία τονίζονται σε πολλά σημεία από το λευκό του αλατιού που κάνει κρούστα στα άκρα των λιμνών και στα ρηχά νερά τους.

Όμως για να γευτεί κανείς αυτή τη μαγεία με μια βαριά φορτωμένη on-off μοτοσικλέτα, πρέπει να προσπαθήσει πολύ. Καταρχήν δεν υπάρχει άσφαλτος. Σε αρκετά κομμάτια δεν υπάρχουν καν χωματόδρομοι. Υπάρχουν απλώς ίχνη από 4×4 χαραγμένα στην άμμο που χάνονται στον ορίζοντα. GPS, χάρτες και πυξίδα είναι απαραίτητα εργαλεία.

Δεύτερον, είναι οι συνθήκες ως συνέπεια του υψομέτρου όπως και στο Paso Sico. Αραιή ατμόσφαιρα, πνευμόνια που αγωνίζονται, αφυδάτωση, εκτυφλωτικός ήλιος που αποπροσανατολίζει και καίει, άνεμος δυνατός και παγωμένος.

Τρίτον, η έλλειψη υποδομών. Εκεί πάνω δε θα βρείς βενζινάδικα. Δεν θα βρείς ιατρό αν τον χρειαστείς. Δεν υπάρχει μέρος να σταθείς υπό σκιά να ξαποστάσεις. Δεν υπάρχει πόσιμο νερό (οι λίμνες έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε χαλκό, αρσενικό και άλλα μέταλλα). Δεν υπάρχουν μαγαζιά με προμήθειες και τρόφιμα. Τα κινητά δεν πιάνουν.

Τα σημεία με ανθρώπινη παρουσία είναι συγκεκριμένα. Ο ξενώνας δίπλα στο φυλάκιο στην νότια είσοδο του πάρκου, εκεί που είναι η Laguna Blanca («λευκή λίμνη»). Ο οικισμός στη Laguna Colorada, 100 χιλιόμετρα βορειότερα. Το χωριό Vila Mar, 85 χιλιόμετρα ακόμα πιο βόρεια. Και τέλος το χωριό San Cristobal, περίπου 100 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Vila Mar, όπου και βρίσκεται το μοναδικό σημείο ανεφοδιασμού μετά το San Pedro de Atacama, δηλαδή μετά από διαδρομή 350 χιλιομέτρων στην έρημο! Εκτός όμως της στοιχειώδους βοήθειας σε περίπτωση ανάγκης (και αφού καταφέρεις να φτάσεις σε κάποιο από αυτά), η προσφορά στέγης και φαγητού δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένη στα μέρη εκείνα. Οι λιγοστοί ξενώνες που υπάρχουν, με τα απολύτως στοιχειώδη, μπορεί να είναι κλεισμένοι από γκρουπ 4×4 και να αρνηθούν πεισματικά να εξυπηρετήσουν τον τυχαίο ταξιδιώτη. Δεν το υποθέταμε, το γνωρίζαμε από περιγραφές άλλων που την είχαν πατήσει.

Αναλογιζόμενοι όλα τα παραπάνω, λέγαμε ότι θα ήταν τουλάχιστον … ενδιαφέρον. Επικίνδυνο ίσως, αν και το γεγονός ότι θα παραμέναμε κατά μήκος μιας διαδρομής στην οποία διέρχονται καθημερινά 4×4 με τουρίστες που αναζητούν την περιπέτεια μας απάλλασσε εν μέρει από το άγχος.

Παρότι σηκωθήκαμε πολύ νωρίς, το μοναδικό βενζινάδικο στο San Pedro είχε μείνει από καύσιμα και ήταν υπό τροφοδοσία. Πήγε 11:00. Χάσαμε χρόνο και στον έλεγχο διαβατηρίων στην έξοδο του χωριού, οπότε πλέον δεν υπήρχε περίπτωση να επιχειρήσουμε να οδηγήσουμε πέραν του πρώτου ξενώνα, στη Laguna Blanca. Το Paso Sico μας είχε δώσει ένα γερό μάθημα. Το πλάνο άλλαξε. Θα μοιράζαμε την απόσταση των 350 χιλιομέτρων σε 4 μέρες. Δεν υπήρχε λόγος να το παίξουμε μαραθωνοδρόμοι.

Αναχωρήσαμε από το San Pedro ανηφορίζοντας όλο και περισσότερο, έχοντας το ηφαίστειο Licancabur στα αριστερά μας. Λίγο αργότερα μια πινακίδα δείχνει προς την Βολιβία. Αριστερά. Άσφαλτος τέλος. Το βλέμμα αναζητά τη συνέχεια του δρόμου. Σαθρή πέτρα. Μόνο. Έτσι σε καλωσορίζει η Βολιβία στο νότο. Ο Hernan που γνωρίσαμε στο Buenos Aires είπε κάποια στιγμή «μετά την Βολιβία … τίποτα δεν θα είναι πια hard enduro».

στο συνοριακό φυλάκιο
στο συνοριακό φυλάκιο

Στο συνοριακό φυλάκιο συναντήσαμε ένα Τσέχο με ποδήλατο. Εκείνος ολοκλήρωνε τη διαδρομή, πήγαινε προς Χιλή. Το πρόσωπό του καμένο από τον ήλιο. Τα χείλια του σκασμένα. «It’s fucking hard man… too hard». Οι συνοριοφύλακες μας κοίταζαν έκπληκτοι ακούγοντας «Grecia». Σαν να μη το πίστευαν. Ξαναρώτησαν. «Grecia?». «Si!»

blogRS-1060

Στο ξενώνα ρωτήσαμε από τη γυναίκα, μια ρυτιδιασμένη γραφική φιγούρα, με τις κλασσικές κοτσίδες και το παραδοσιακό καπέλο, αν μπορούσε να μας ετοιμάσει κάτι να φάμε. Δεν ήμασταν σίγουροι αν μας καταλάβανε, τα ισπανικά μας ήταν σε νηπιακό στάδιο. Τελικά πιστέψαμε ότι φτάσαμε σε ένα επίπεδο συνεννόησης αφού την είδαμε να σηκώνεται και να πηγαίνει στη κουζίνα. Επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα με μια τεράστια γαβάθα σούπα, αρκετή για να φάνε 4 άτομα, ψωμί και 2 πιάτα τηγανητό λάμα (!) με γαρνιτούρα ρύζι, πατάτα και λίγη σαλάτα. Το αντίτιμο: 4 ευρώ το άτομο. Η επιστροφή μας στα μεγάλα υψόμετρα συνοδεύτηκε απο τα γνωστά πια συμπτώματα. Ευτυχώς, ετούτη τη φορά ήταν πιο ήπια. Η ευγενικότατη οικοδέσπoινα μας ετοίμασε mate de coca, ουσιαστικά ζεστό νερό στο οποίο βάζεις φύλλα κόκας.

Ερχόταν κόσμος στον ξενώνα, ντόπιοι. Μπαίνοντας μέσα όλοι μας χαιρετούσαν. Πήγαιναν στη γυναίκα, την φώναζαν “tia” (θεία), τους έβαζε φαγητό, έφευγαν. Από πού ξεφύτρωναν όλοι αυτοί?  Ήμασταν πάντως συνεπαρμένοι από τη πρώτη μας επαφή με τους Βολιβιανούς. Πίναμε το mate προσπαθώντας να κρατηθούμε ζεστοί, είχε πολύ κρύο, και τους παρατηρούσαμε. Τις κινήσεις τους, τις χειρονομίες τους, τα σκαμμένα πρόσωπα τους από τον ήλιο. Όπως ευγενικά μας χαιρετούσαν ερχόμενοι, έτσι ευγενικά μας καληνυχτούσαν καθώς περνούσαν ένας ένας από το τραπέζι μας φεύγοντας.

Το επόμενο πρωί αφήσαμε πίσω μας τη Laguna Blanca χωρίς να κάνουμε μια παράκαμψη προς τη Laguna Verde γιατί έπρεπε να κρατήσουμε βενζίνη. Υπολόγιζα ότι θα φτάναμε οριακά στο San Cristobal. Τα επόμενα 100 χιλιόμετρα που ακολούθησαν ήταν απίστευτα δύσκολα. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής ήταν απλά άμμος. Κάθε κούνημα της μηχανής, κάθε τράνταγμα, κάθε δίπλωμα του μπροστινού μου απορροφούσε όλη την ενέργεια καθώς προσπαθούσα να κρατήσω όλο αυτό το βάρος όρθιο. Θεωρίες και τεχνικές περί οδήγησης στην άμμο, εδώ, με αυτό το φόρτωμα πολύ απλά δεν έχουν εφαρμογή.  Τουλάχιστον εγώ δεν μπορούσα. Αν κάποιος μπορεί, σε αυτά τα κιλά, θα ήθελα να μου δείξει. Χωρίς οξυγόνο όμως ε? Επί ίσοις όροις. Όχι στην παραλία.

blogRS-1118

blogRS-9244

Apacheta. Ένα σημείο στο χάρτη, εκτός πορείας, σε αδιέξοδη διαδρομή πάνω σε βουνό. Εκεί ήταν το τελωνείο. Εκεί έπρεπε να περάσουμε για να δηλωθεί η προσωρινή εισαγωγή της μηχανής στη χώρα. Στα 5.020 μέτρα! Γιατί διάολε εκεί και όχι δίπλα στο συνοριακό φυλάκιο? Γιατί τους βολεύει, δίπλα σε ορυχείο από το οποίο τα ορυκτά που βγάζουν τα στέλνουν κατευθείαν στη Χιλή, για αυτό. Ακόμα πιο αραιή ατμόσφαιρα, ακόμη περισσότερη άμμος. Στο τελωνείο το κεφάλι μας το αισθανόμασταν σαν μπαλόνι. Σέρναμε τα βήματα μας, ήταν σαν κάποιος να μας στραγγάλιζε. Ξεμπερδέψαμε μετά από καμιά ώρα. Όχι γιατί είχε κόσμο, ούτε γιατί ήταν πολύπλοκη η διαδικασία. Ο τελωνειακός έπρεπε να φάει. Η ζωή κινείται πολύ αργά εκεί ψηλά.  Έπειτα δεν είχε σύστημα, ήταν offline. Δεν έβρισκε τη σφραγίδα του.

Προσεγγίζοντας τη Laguna Colorada νιώσαμε πραγματικά ότι βρισκόμασταν σε κάποιο άλλο πλανήτη. Το κόκκινο χρώμα της ήταν έξω από αυτό τον κόσμο. Τα γύρω βουνά επίσης. Πρέπει να το δείς για να πιστέψεις ότι αυτό το μέρος υπάρχει. Στα τελευταία χιλιόμετρα μέχρι τον καταυλισμό, ο δρόμος απλά εξαφανίστηκε, δίνοντας τη θέση του σε ένα στρώμα από μεγάλες πέτρες. Κάπου εκεί, έχοντας ήδη εξαντληθεί, απλά ξάπλωσα με τη μηχανή. Δεν ξέρω που ανακαλύψαμε αποθέματα δύναμης και τη σηκώσαμε. Στο καταυλισμό βρήκαμε ξενώνα μετά από 1-2 αποτυχημένες προσπάθειες. Τα γκρουπ των 4×4 που λέγαμε. Μια ημέρα με φουλ οδήγηση από το πρωί μέχρι τη δύση του ήλιου, για να βγούν μόλις 100 χιλιόμετρα.

στο βάθος η κόκκινη Laguna Colorada
στο βάθος η κόκκινη Laguna Colorada

Διαμονή για 2 συν φαγητό σε ποσότητες ικανές να γεμίσουν 4 μεγάλα στομάχια, mate de coca βράδυ και πρωί συν πρωϊνό, όλα αυτά, όλα, για περίπου 5,5 ευρώ το άτομο.

blogRS-1211
o μικρός Τζίμυ, γιος της ιδιοκτήτριας του ξενώνα, δεν μας άφηνε σε ησυχία

Στεκόμασταν έξω στο ξενώνα και κοιτάζαμε τη λίμνη. Ήρθε ένα τζιπ. Ο οδηγός, Βολιβιανός, ρώτησε αν υπήρχαν κρεβάτια, μετά πιάσαμε τη κουβέντα. Ήθελα να επαληθεύσω τα δεδομένα. Βενζίνη μόνο στο San Cristobal. «Σε φτάνει?» με ρώτησε. Πιστεύω πως ναι. Προθυμοποιήθηκε να μου δώσει. Του είπα δεν θα χρειαστεί. Τον ρώτησα για τη κατάσταση του δρόμου. Προς Villa Mar υπήρχαν δυο επιλογές. Δυτική ή ανατολική διαδρομή. Είπε να πάρω την ανατολική, είπε «mass facil, pista». Πιο εύκολη, πίστα. Αγνοούσα εκείνη τη στιγμή πως όταν λένε πίστα, εννοούν … άμμο. Αποδείχθηκε εφιάλτης. Ακόμα δυσκολότερη από την διαδρομή προς την Laguna Colorada. Υπήρχαν σημεία που έλεγα μέσα σε πλήρη απόγνωση «αδύνατον, δεν γίνεται, δεν πάει». Υπήρχαν σημεία όπου σταματώντας η μηχανή άρχιζε να βυθίζεται μέχρι που εγώ πατούσα κάτω με τα πόδια τόσο λυγισμένα λες και καθόμουν σε χαμηλή στρητ μηχανή και όχι σε μια ψηλή on-off. Υπήρχαν σημεία που η Έλενα έριξε τόσο πολύ περπάτημα, ώστε να μπορέσω εγώ να οδηγήσω, που έφτανε στο τέλος δίπλα μου τόσο κουρασμένη όσο και εγώ.

Η εξάντληση της προηγούμενης μέρας δεν είχε φύγει. Αποτέλεσμα ήταν ότι την επομένη, προς Villa Mar, σε συνδυασμό με το ακόμα πιο δύσκολο τεραίν καταφέραμε μόλις και μετά βίας μετά από σχεδόν 9 ώρες να διανύσουμε την εκπληκτική απόσταση των περίπου 85 χιλιομέτρων. Στην Mar, εγώ απλά παραιτήθηκα. 9 ώρες. 85 χιλιόμετρα! Βρήκαμε ξενώνα, μισοτελειωμένο υπο κατασκευή, αλλά θα ήταν αρκετό. Θέλαμε απλά 4 τοίχους γύρω μας και λίγη τροφή.

η Έλενα νόμιζε ότι είχα σκύψει για να τραβήξει φωτογραφία. Εγώ όμως λιποθυμούσα, το κεφάλι μου σωριασμένο στο tankbag και προσπαθούσα να βγάλω φωνή "κατέβα τώρα, πέφτουμε"
η Έλενα νόμιζε ότι είχα σκύψει για να τραβήξει φωτογραφία. Εγώ όμως λιποθυμούσα, το κεφάλι μου σωριασμένο στο tankbag και προσπαθούσα να βγάλω φωνή «κατέβα τώρα, πέφτουμε»

Δείτε ακόμα περισσότερες φωτογραφίες στη συλλογή εδω

Track log: